Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

ΙΔ) Θεῖες ἐμπειρίες. Ὅσιος Μάξιμος ὁ Καυσοκαλυβίτης



ΙΔ) Θεῖες ἐμπειρίες
Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ Ὁσίου Μαξίμου τοῦ Καυσοκαλύβη
(Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἔκδοσις Ἱ. Καλύβης Ἁγ. Ἀκακίου, Καυσοκαλύβια, Ἅγιον Ὄρος, 2001)


Κάποιος ἀσκητής, Μεθόδιος ὀνομαζόμενος, πηγαίνοντας μίαν ἡμέραν εἰς τὸν Ὅσιον, εἶδε φῶς θεῖον ὁποῦ ἔλαμπε τριγύρω εἰς αὐτόν. Δὲν ἐτολμοῦσε δὲ νὰ πλησιάσῃ εἰς αὐτόν, ἕως ὅτου τὸν ἐπρόσταξεν ὁ Ὅσιος καὶ οὕτως ἐπλησίασε.
Καὶ τοῦτο ἀκόμη τὸ ἐξαίρετο ἐλέγετο ἀπὸ πολλοὺς διὰ τὸν Ὅσιον, ὅτι ἐδέχετο ἄρτον οὐράνιον.
Διότι ἐν καιρῷ χειμῶνος ἐπῆγεν εἰς ἐπίσκεψίν του ὁ νοσοκόμος τῆς Λαύρας, Γρηγόριος τὸ ὄνομα, ὁμοῦ μὲ ἄλλον ἀδελφόν, καὶ ἀπὸ το πολὺ χιόνι ὁποῦ ἔπεσεν, ἦταν σκεπασμένος ὁ τόπος καὶ πατήματα ἀνθρώπου δὲν ἐφαίνοντο πουθενά. Ὅθεν, κάνοντες ἐκεῖνοι πολὺ κόπον, ἐπῆγαν εἰς τὴν καλύβην τοῦ Ὁσίου, ἔχοντες μαζί τους ψωμί, κρασί, καὶ ἄλλα τινὰ πρὸς παρηγορίαν.

Καθὼς δὲ ἐμβῆκαν εἰς τὴν καλύβαν του, βλέπουν ἕνα ψωμὶ ζεστὸν καὶ καθαρώτατον, ὁποῦ εὔγανεν τόσην πολλὴν καὶ θαυμάσιον εὐωδίαν, ὁποῦ ἐγέμιζε τὴν καλύβαν. Αὐτοὶ δὲ περιεργαζόμενοι, ἐὰν φανῇ εἰς τὴν καλύβαν σημεῖον φωτίας καὶ μὴ εὑρίσκοντες, ἔμειναν ἐκστατικοὶ θαυμάζοντες τὸν οὐράνιον ἄρτον.
Πεσόντες δὲ εἰς τοὺς πόδας τοῦ Ἁγίου, ἐζητοῦσαν νὰ τοὺς δώσῃ μέρος ἀπὸ τὸν ἄρτον ἐκεῖνον. Ὁ δὲ Ὅσιος σπλαγχνισθείς, ἔκοψε τὸν μισὸν ἄρτον καὶ τοὺς ἔδωκε, λέγοντας πρὸς αὐτούς: Λάβετε φάγετε, καὶ προσέχετε νὰ μὴν τὸ εἰπήτε τινός, ἕως ὁποῦ ζῶ.

Ἄλλα καὶ νερὸν πόσιμον καὶ γλυκὺ ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἴδιους, καθὼς -ἐπὶ Θεῷ μάρτυρι- μᾶς εἶπον ὕστερον ἀπὸ τὴν κοίμησιν τοῦ Ὁσίου. Ἄλλοι δὲ ἀδελφοὶ μᾶς εἶπαν, ὅτι καὶ νερὸν τῆς θαλάσσης ἔκαμε γλυκύ, καὶ ἔπιεν αὐτός, δίνοντας καὶ εἰς ἐκίνους νὰ πιοῦν.

Ἄλλοτε πάλιν εἰς καιρὸν τρύγου, ἐπῆγαν εἰς τὸν Ὅσιο δύο μοναχοί. Μετὰ δὲ τὴν συνομιλίαν τους, ἐπῆρεν ἕνα παξιμάδι καὶ τοὺς ἔδωκεν εἰπών: Ὑπάγετε τὸ γρηγορότερον εἰς τὸ μοναστῆρι τοῦ Δωροθέου, διὰ νὰ μὴν κινδυνεύσητε εἰς τὴν στράταν ἀπὸ τὸν χειμῶνα.
Αὐτοὶ δὲ ἐθαύμαζαν, πῶς εἶπεν ὅτι ἔχει νὰ γίνῃ χειμῶνας εἰς καιρὸν ὁποῦ ἦτο τρύγος καὶ σύννεφο δὲν ἐφαίνετο τελείως.
Πρὶν ὅμως φτάσουν εἰς τὸ μοναστήρι τοῦ Δωροθέου, ἔγινε μεταβολὴ φοβερὰ εἰς τὸν οὐρανόν καὶ ἐσηκώθη βίαιος ἄνεμος.
Ἀκολούθησε δὲ πλῆθος ἀπὸ ἀστραπὰς καὶ βροντάς, καὶ τόση χάλαζα μὲ βροχὴ ἔπεσε, ὁποῦ ἔπαυσε τελείως ὁ τρυγητός, διότι τὰ ἀτρύγητα ἀμπέλια τὰ ἠφάνισε καὶ τὰ ἔκαμε ὡσὰν τρυγημένα. Βλέποντας δὲ αὐτὰ οἱ δύο ἐκεῖνοι μοναχοί, ἐκήρυτταν εἰς ὅλους τὴν προφητείαν τοῦ Ὁσίου.
Μίαν φορὰν ἦλθε εἰς τὸν Ὅσιον ἕνας γραμματεὺς λόγιος ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν. Καθὼς δὲ τὸν εἶδεν, ἐγνώρισε τοὺς πονηροὺς λογισμοὺς ὁποῦ εἶχε καὶ ἄρχισε νὰ τὸν ὀνειδίζῃ λέγων: Ποῦ εἶδες ἐσὺ τοὺς ἀγῶνας καὶ τὰ παλαίσματα τῶν Ἁγίων καὶ τὴν χάριν ὁποῦ τοὺς δίδει ὁ Θεός; Καὶ βλασφημεῖς εἰς αὐτοὺς λέγοντας, ὅτι οἱ Ἅγιοι ὀλίγον ἠγωνίσθησαν καὶ ὅτι ἐκεῖνοι ὁποῦ γράφουν τοὺς βίους τους, τοὺς κάμνουν χάριν καὶ προσθέτουν ψευδῶς πολλά, ὁποῦ δὲν τὰ ἔκαμναν; Τὴν δὲ χάριν τῶν θαυμάτων ὁποῦ ἔλαβαν θεωρεῖς ὅτι εἶναι ψευδής; Παῦσαι ἀπὸ τοιούτους σατανικοὺς λογισμούς, διὰ νὰ μὴν παροργίσῃς τὸν Θεόν καὶ ῥίψῃ ἀστροπελέκι καὶ σὲ καταυκάσῃ.
Διότι οἱ Ἅγιοι μὲ τὸ νὰ ἀφιερώσουν ὁλοκλήρως τὸν ἑαυτόν τους εἰς τὸν Θεόν, ἔκαμναν ὅλα τους νὰ νοήματα καὶ τὰ ἔργα τους διὰ τὴν Αὐτοῦ εὐαρέστησιν καὶ ὅλα ἦταν θεάρεστα. Καὶ ποῖος, εἰπέ μοι, δύναται νὰ περιγράψῃ ὅλον τὸν βίον κάθε Ἁγίου καθὼς ἦταν; Ἦ ποῖος τὸν ἤξεύρει καταλεπτῶς; Μόνον ὀλίγα τινὰ γράφουν ἐκ τῶν πολλῶν, ὅσον εἰς μαρτυρίαν τῶν Ἁγίων.
Διαλογίσου δὲ ὅτι καὶ ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπου ἐδόθη εἰς τοὺς Ἁγίους, δὲν εἶναι τόση μόνον ὅση φαίνεται, ἀλλὰ εἶναι πλουσία καὶ ἀκατανόητος, ὁποῦ ὑπερβαίνει κάθε νοῦν καὶ διάνοιαν. Ἄν θέλης δὲ νὰ εἶσαι ἀληθινὰ σοφός, ἄφησε τὴν μωρολογίαν τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων καὶ σχόλασον, καθὼς λέγει ὁ Δαβίδ, ἦτοι ἡσύχασον.
Τοιουτοτρόπως θὰ γνωρίσῃς τὸν Θεόν· διὰ μέσου δὲ τῆς γνώσεως αὐτῆς καὶ τῆς πνευματικῆς ἡσυχίας, νὰ οἰκειοποιηθῇς μὲ τὸν Θεόν, ὅσον δυνηθῇς. Τότε δὲ θὰ γνωρίσῃς τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καθὼς καὶ τὰ θεῖα καὶ ἀκατανόητα θαυμαστὰ τοῦ Θεοῦ.
Τοιουτοτρόπως θὰ θαυμάσῃς καὶ θὰ κατηγορήσῃς τὸν ἑαυτόν σου, γνωρίζοντας εἰς πόσον σκότος ἦσουν προτύτερα. Διότι χωρὶς τὸ φῶς δὲν φανερώνεται τὸ σκότος. Ἔλα λοιπὸν εἰς τὸ φῶς τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς προσευχῆς καὶ τότε θὰ φύγῃ ἀπὸ λόγου σου τὸ σκότος. Τότε δὲ θὰ ἰδῇς τὴν χάριν καὶ τὴν δύναμιν τῶν Ἁγίων καὶ θὰ ποθήσῃς νὰ τὴν ἀπολαύσῃς καὶ ἐσύ.
Ταῦτα ἀκούσας ὁ γραμματεύς, ἐφοβήθη καὶ ἐτρόμαξεν, διότι τοῦ ἐφανέρωσε τοὺς ἀποκρύφους του λογισμούς. Πολὺ δὲ ὠφεληθεὶς ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ Ὁσίου, ἐδιώρθωσε τὰς βλασφήμους ἐκείνας σκέψεις ὁποῦ εἶχε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς διώρθωνε καὶ ἄλλους μὲ τὴν σοφὴν διδασκαλίαν τοῦ Ὁσίου.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...