Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

Τι χρειάζεται στον ορθόδοξο χριστιανό η γιόγκα;




Shishkov, Andrey
Στην εποχή μας, ο υγιής τρόπος ζωής είναι μια λατρεία, ιδίως μεταξύ των κατοίκων των αναπτυγμένων χωρών. Και μια από τις γρήγορα εξαπλωμένες πρακτικές που στοχεύουν στην διατήρηση της υγείας, είναι η γιόγκα. Αυτή η Ανατολική πρακτική βγήκε από τη θρησκευτική παράδοση και σταθερά εγκαταστάθηκε στην εκκοσμικευμένη Δύση. Παραμένει το ερώτημα: Αν η γιόγκα χώρισε από το θρησκευτικό της περιεχόμενο ή συνεχίζει σταδιακά να οδηγεί τους ανθρώπους στις πνευματικές παραδόσεις, που την διαμόρφωσαν;Πώς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί θα ανταποκριθούν σ’αυτό το φαινόμενο, που διεκδικεί καθημερινότητα στη ζωή μας;
Συχνά, περνώντας μέσα από τη Μόσχα, μπορούμε να δούμε τις αφίσες, στις οποίες νεαροί άνδρες και γυναίκες γεμάτοι υγεία προτείνουν να ασχοληθούμε με γιόγκα. «Συνδεθείτε» -η αυστηρή τους επιταγή και η αποφασιστική εμφάνισή τους δεν δίνουν την ευκαιρία να αμφισβητήσει κανείς τη ζωτική σημασία της διαφημιζόμενης πρακτικής. «Υγεία,υγεία, και πάλι υγεία. Η ανάπτυξη και διατήρηση των νέων δεξιοτήτων» - διαβάζουμε στην ιστοσελίδα διαφημιζόμενης μοσχοβίτικης«Ομοσπονδίας της Γιόγκα». Και εμπιστευόμενοι αυτή τη διαφήμιση, πολλοί αρχίζουν να σκέφτονται ότι η γιόγκα είναι ένα είδος ανατολικού φίτνες. Μια τέτοια γνώμη μπορούμε να βρούμε και μεταξύ των ορθοδόξων. Ωστόσο, στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι διαφορετικά.
Η γιόγκα είναι μια διδασκαλία που χρησιμοποιεί ένα σύστημα ασκήσεων με στόχο τον έλεγχο της ψυχής και της ψυχοφυσιολογίας του ανθρώπου χάρην μιας υψηλότερης ψυχικής και πνευματικής κατάστασης. Και να σκεφτεί κανείς,τουλάχιστον, ότι μπορεί να ασχολείται με τη γιόγκα μόνο για χάρη της σωματικής υγείας, δεν είναι σωστό.Η γιόγκα είναι πρωτίστως ένα σύστημα πνευματικών πεποιθήσεων, και οι στόχοι της γιόγκα εινιαι πνευματικοί,και όχι σωματικοί.Ο γνωστός Ορθόδοξος ασκητής ιερομοναχός Σεραφείμ (Ρόουζ) έγραψε: «Ο άνθρωπος,που ασχολείται με τη γιόγκα μόνο για χάρη της σωματικής υγείας, ήδη προετοιμάζεται για ορισμένες πνευματικές πεποιθήσεις, ακόμη και εμπειρίες, για τις οποίες, σαφώς, δεν έχει ιδέα». Πρέπει να σημειωθεί ότι ο πατήρ Σεραφείμ γνώριζε από πρώτο χέρι τι θα πεί η γιόγκα,επειδή στα νιάτα του (πριν από την υιοθεσία της Ορθοδοξίας) ενεργά παρασυρόταν απ’ αυτή.
Η ουσία της γιόγκα δεν είναι οι διάφορες ασκήσεις,στάσεις και κινήσεις . Στο κέντρο της είναι ο διαλογισμός. Το σώμα εδώ μόνο βοηθά να συγκεντρώσει το μυαλό. Ο πατήρ Σεραφείμ γράφει: «Ο στόχος των ασκήσεων της γιόγκας είναι να κάνει τον άνθρωπο χαλαρό, ικανοποιημένο,να μην σκέφτεται και να είναι παθητικός, δεκτικός σε πνευματικές ιδέες και εμπειρίες». Ασχολούμενος με γιόγκα, ακόμη και λίγες εβδομάδες, ο άνθρωπος μπορεί ήδη να διαπιστώσει ότι έχει γίνει πιο ήρεμος,ήσυχος, ισορροπημένος,ευαίσθητος και μπορεί να αισθάνεται την πνευματική ανάπτυξη. «Τελικά, ο διαλογισμός είναι το «μονωδιακό εσωτερικό ταξίδι», και όλα τα είδη των εξωτερικών εξαρτήσεων πρέπει να απορρίπτονται με στόχο την εξεύρεση μιας εγχώριας Πηγής» - διαβάζουμε και πάλι στην ιστοσελίδα της «ΟΓ». Όμως, η φαινομενική ευημερία είναι απατηλή. Η κατάσταση που πέτυχε ο άνθρωπος τον κάνει να είναι πιο αντιληπτικός στην «πνευματικότητα», η οποία περιέχεται στη γιόγκα. Και το «μονωδιακό ταξίδι» μπορεί να καταλήξει πολύ άσχημα.
Το γεγονός είναι ότι η οποιαδήποτε πνευματική εμπειρία στην γιόγκα θεωρείται θετική,αρκεί να υπάρχει. Στη γιόγκα δεν υπάρχει η διάκριση των πνευμάτων,στην οποία καλείται ο κάθε Χριστιανός. Και η εμπειρία από τη σκοπιά ενός χριστιανού που κατανοείται ως πλάνη, μπορεί να γίνει αποδεκτή και να συνιστάται από τη γιόγκα.Θα πάρουμε παράδειγμα από μια αρκετά δημοφιλή τώρα μέθοδο,την Κουνταλίνι Γιόγκα. Λέει για το άνοιγμα μιας ενέργειας «Κουνταλίνι», μέσω διάφορων ψυχοτεχνικών η οποία επικεντρώνεται στην «κοιμώμενη» κατάσταση στην βάση της σπονδυλικής στήλης. Ο γιόγκι «ξυπνά» την ενέργεια - το άτομο αισθάνεται ζεστασιά,που προέρχεται από τη βάση της σπονδυλικής στήλης. Ωστόσο, οι άγιοι πατέρες- ασκητές γράφουν με σαφήνεια ότι η οποιαδήποτε αίσθηση κατά την προσευχή που προέρχεται από τα μέρη που βρίσκονται κάτω από την καρδιά πρέπει να απορριφθεί. Ένας χριστιανός που δεν γνωρίζει το ορθόδοξο δόγμα για την προσευχή μπορεί εύκολα να υποκύψει στην «πνευματικότητα», η οποία τον κυριάρχησε.
Η διαφορά μεταξύ της προσευχής και του διαλογισμού είναι ουσιαστική. «Ο διαλογισμός ως μια απόσπαση της προσοχής του μυαλού μας από όλα τα σχήματα, μπορεί να μας δώσει μια αίσθηση ηρεμίας, ειρήνης, εξόδου από τις συνθήκες του χώρου και χρόνου, αλλά σ’αυτην απουσιάζει μια συνειδητή παρουσία στον προσωπικό Θεό, σ’αυτήν δεν υπάρχει η πραγματική προσευχή, δηλαδή πρόσωπο με πρόσωπο, - γράφει ένας άλλος σημαντικός Ορθόδοξος θεολόγος και ασκητής, Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος (Σάχαρωφ). Η προσευχή, αντίθετα, εκφράζει την αποφασιστική πίστη στο Θεό, που παλεύει, χτυπάει στο Θεό,σ’αυτή δεν υπάρχει χώρος για κάτι απρόσωπο - είναι πάντα ένας διάλογος. Εδώ μπορούμε να υπενθυμίσουμε τα λόγια του γέροντα Σιλουανού: «Να προσεύχεται κανείς για τους ανθρώπους είναι σαν να χύνει το αίμα του».
Πού λοιπον, οδηγεί ο διαλογισμός;Ο πατέρας Σωφρόνιος, καθώς και ο ιερομόναχος Σεραφείμ,ο οποίος στα νιάτα του ελκόταν από τους ανατολικούς διαλογισμούς, μας απαντάει: «Ο διαλογισμός μπορεί να οδηγήσει στο ότι ο ένθερμος απ’αυτόν θα ικανοποιηθεί από τα ψυχικά αποτελέσματα τέτοιου είδους πειραμάτων, και, το χειρότερο απ 'όλα, η αντίληψη του Ζωντανού Θεού, του Προσωπικού Απολύτου θα γίνει γι’ αυτόν ξένη. Να γίνει κανείς ξένος στον Θεό – τι μπορεί να είναι χειρότερο για έναν Χριστιανό;
Όταν απουσιάζει η προσωπική συνάντηση με τον Θεό, ο άνθρωπος που ασκεί την γιόγκα στρέφει το βλέμμα του στον εαυτό του. «Η τέχνη της γιόγκα βρίσκεται στο να να βυθίσει κανείς τον εαυτό του στην απόλυτη σιωπή. Να πετάξει όλες τις σκέψεις και τις ψευδαισθήσεις, να απορρίψει και να τα ξεχάσει όλα,εκτός από μια αλήθεια: η πραγματική ουσία του ανθρώπου είναι θεϊκή, είναι ο Θεός,για τα υπόλοιπα μπορούμε μόνο να σωπαίνουμε»- διαβάζουμε στο βιβλίο του Βενεδικτινού μοναχού Jean-M.Deshane ο οποίος πριν από μισό αιώνα προσπάθησε να αποδείξει την συσχέτιση της χριστιανικής διδασκαλίας και της γιόγκα. Αλλά ακόμη και στα λόγια αυτού του ανθρώπου μπορούμε να δούμε την θεμελιακή ασυμβατότητα της γιόγκα και του χριστιανισμού.
Στρέφοντας το πρόσωπο μόνο στην δική του ουσία και θεοποιώντας τη, ο άνθρωπος στη γιόγκα επαναλαμβάνει την αμαρτία του Αδάμ, ο οποίος ήθελε να γίνει θεός και να υπερβεί τα όρια τα οποία του όρισε ο Κύριος. Όμως «η σωτηρία πραγματοποιείται όχι στον εαυτό μας και μέσω του εαυτού μας, αλλά στον Θεό», -γράφει ο Ορθόδοξος θεολόγος, Μητροπολίτης Ιερόθεος (Βλάχος). Και ο γνωστός καλλιτέχνης της ζεν-γιόγκα από τη Μόσχα, Μπόρις Όριον λέει ανοιχτά: «Τι είναι το ζεν; Είναι μια θρησκεία όπου δεν υπάρχει η έννοια του «Θεού» ή του «Δημιουργού», όπου το κύριο πράγμα δεν είναι η προσευχή, αλλά η έκκληση στη συνείδησή μας».
Επιπλέον, η σύγχρονη, ευρέως εκλαϊκευμένη, γιόγκα υπόσχεται στους οπαδούς της μια γρήγορη υλοποίηση των «πνευματικών καρπών». Και αυτό κάνει πολλούς να έχουν την διάθεση των καταναλωτών, εισάγει στην ευφορία και την ίδια στιγμή στην κατάσταση της υπερηφάνειας που συνδέεται με μια υψηλή γνώμη για τον εαυτό τους και για τις ικανότητές τους. Ο αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος προειδοποιεί: «Ο δρόμος των πατέρων μας απαιτεί ισχυρή πίστη και υπομονή, ενώ οι σύγχρονοί μας προσπαθούν να αρπάξουν όλα τα πνευματικά δώρα, περιλαμβανομένης ακόμη και της άμεσης θεωρίας του Απόλυτου Θεού,μέσω της πίεσης, και σε σύντομο χρονικό διάστημα». Και οι σύγχρονοι «γκουρού» προσφέρουν την «φώτιση» μέσα σε λίγα μαθήματα, και βέβαια για μια λογική αμοιβή.
Τι μπορεί να ζητήσει ο ορθόδοξος χριστιανός στη γιόγκα; Την ειρήνη, την αρμονία με τον εαυτό του, την πνευματική άνεση, τη σωματική υγεία, την τελειότητα; Όλα αυτά είναι τόσο επιθυμητά και τόσο ελκυστικά, και πάνω από όλα είναι πολύ ευχάριστα. Αλλά η ζωή των αγίων ασκητών,μας δείχνει ένα πολύ διαφορετικό ιδανικό της ζωής - όχι την επίτευξη μιας αρμονικής και άνετης συνύπαρξης με τον κόσμο και με τον εαυτό μας,αλλά και το εθελοντικό μαρτύριο για τον Χριστό. Μέσω αυτού επιτυγχάνεται η τελειότητα, μέσω αυτού, ο άνθρωπος ανεβαίνει στον Θεό.

Σάββατο, 18 Αυγούστου 2012

Η προσευχή των σκουπιδιών



Ήταν το βράδυ της παραμονής. Ζεστή νύχτα φτιαγμένη από Αύγουστο, Παναγία του Κύκκουαγωνία, απορία, φόβο και ικεσία. Στις εκκλησιές του εόρτιου της Παρθένου εσπερινού, αυτό που λένε "πλήθη λαού" φέτος όμως αλλιώς.....
Ο λαός ήταν περισσότερο παρά ποτέ εκεί! 

 
Στα πόδια Της, γατζωμένος από τα ακρόνυχά Της να μην Την αφήνει να βαδίσει προς τα εγκώμια που Της έλεγαν οι ψάλτες, προς τα τεριρέμ που σπάθιζαν οι φτερούγες των αγγέλων, για να μην την χάσει και να μην χαθεί και ο ίδιος.
Λευκά τακούνια γυναικών, τσάκισες ανδρικών παντελονιών, τζιν αγοριών και μακριά μαλλιά κοριτσιών σε ατέλειωτες ουρές για ένα κερί μπρος στις εικόνες Της που άπλωναν γαλήνη στους ναούς της Ελλάδας , φτιάχνοντας, το βράδυ εκείνο, νέες απαντοχές για τους ανθρώπους. 
Άφηνες ένα φίλημα και έβγαζες την καρδιά σου στην εικόνα, χάιδευες το Πρόσωπο, ξόδευες τα αποθέματα του βλέμματος στην αμεριμνησία του Παιδιού και στις βεβαιότητες που σου χάριζαν τα μάτια της Μητέρας.
Δεν μιλούσες. Μόνο ξαναένιωθες εκείνο το τρεμούλιασμα της σιαγόνος, που είχες κάποτε ονομάσει "εξαιρετικών περιπτώσεων".
Πίσω σου περίμενε η ουρά των ανθρώπων και συ δεν ήθελες να φύγεις.
Κανείς δεν ήθελε να φύγει...
"Παναγία μου" έλεγες, "Παναγία μου"....Μόνο αυτό και παραμέριζες κοιτάζοντάς Την και ζηλεύοντας αυτόν που, μετά από σένα, Την ατένιζε δακρυσμένος.
Ο κόσμος φέτος ήταν σιωπηλός, χαιρετιόταν με βουβό ασπασμό και τούτο το "Παναγία μου" το άκουγες, το οσφραινόσουν, το έβλεπες να λαμπυρίζει δάκρυα, το ψηλαφούσες στα ιδρωμένα χέρια "χρόνια πολλά", το κατάπινες με την ευλογία του άρτου, το έσερναν τα χρυσά άμφια των παπάδων πάνω-κάτω στην αρτοκλασία και στην λιτανεία και έλεγες πως θα σβήσεις από το λίγωμα θες από τον πόθο, θες από τα λιβάνια, θες απ' το μέλι που ανάβλυζαν οι ώρες που πήγαιναν να ξημερώσουν την μέρα Της!
Οι μουσικές της μπάντας, οι κατησχυμένες εξουσίες του κόσμου -εν παρατάξει-  να ακολουθούν την περιφορά "για τα μάτια του κόσμου" και ο κόσμος να μην έχει μάτια παρά μόνον για Κείνη!
Κι' Αυτή -πάνω στους ώμους των στρατιωτών- ατάραχη, γλυκιά, δικιά μας, να μην έχει άλλη έγνοια παρά το Παιδί της αγκαλιάς Της, τους ώμους των στρατιωτών -μην πονέσουν- και τους πόνους των ανθρώπων -μην χαθούν και δεν τους πάει όλους να τους αποθέσει στα πόδια του Υιού-.
"Παναγία μου".......
Παναγία των μικρών σκουπιδιών, σαν ελόγου μου, άφησέ μας στην ασφάλεια της σκόνης των υποδημάτων Σου....Και, ποιος ξέρει, μπορεί εκεί που θα δρομείς γεμάτη πρεσβείες προς τον Κύριο, μπορεί -ελπίζω- εμείς τα σκουπιδάκια των παπουτσιών σου (κλεφτά, κατά τα ανθρώπινα, επωφελούμενοι του ελέους Του, κατά τα θεία) να βρεθούμε μακριά από την δίκαιη τιμωρία.
Γιατί όπου πηγαίνεις Εσύ δεν υπάρχει τιμωρία, δεν θα μας μαλώσει κανείς όσο μας βλέπεις και στο κάτω-κάτω, μικρά σκουπιδάκια είμαστε.....
Ποιός θα μας αρνηθεί την χάρη να ανήκουμε στην σκόνη των μεσημεριών, που ξεκουράζεται στα ποδαράκια Σου;
(Ξέρω πως είναι μεγάλο μου το θράσος -γιαυτό που ζητώ- αλλά μήπως είναι το μόνο μου θράσος;....Παναγία μou]                 απο τον κυκκο με τις ευχες της Κυριας μας παναγιας 

Ο διάβολος δεν θέλει να μετανοήση











Ο Καλός Θεός έκανε Αγγέλους. Μερικοί όμως Άγγελοι από την υπερηφάνειά τους ξέπεσαν και έγιναν δαίμονες. Έπλασε τον άνθρωπο ο Θεός, το τέλειο δημιούργημα, για να αντικαταστήση και το ξεπεσμένο τάγμα των Αγγέλων.


Γι’ αυτό ο διάβολος πολύ ζηλεύει το πλάσμα του Θεού, τον άνθρωπο. Φωνάζουν οι δαίμονες: “Εμείς μια φορά σφάλαμε και μας τυραννάς, και αυτούς που πολλές φορές σφάλλουν, τους συγχωράς”. Ναι, αλλά οι άνθρωποι μετανοούν. Αυτοί, ενώ ήταν Άγγελοι, κατήντησαν δαίμονες, και αντί να μετανοήσουν, γίνονται πιο πονηροί και κακοί και βάλθηκαν με μανία να καταστρέψουν τα πλάσματα του Θεού. Ήταν το πιο φωτεινό τάγμα ο Εωσφόρος!


Και τελικά… Από την υπερηφάνεια οι δαίμονες απομακρύνθηκαν από τον Θεό πριν από χιλιάδες χρόνια και συνεχίζουν να απομακρύνωνται με την υπερηφάνεια και να μένουν αμετανόητοι.


Ένα “Κύριε ελέησον” να πουν, ο Θεός κάτι θα κάνη και γι’ αυτούς. Να πουν ένα “ήμαρτον”, δεν λένε “ήμαρτον”. Αν ο διάβολος έλεγε “ήμαρτον”, θα γινόταν Άγγελος πάλι.


Η αγάπη του Θεού δεν έχει όρια. Αλλά ο διάβολος έχει θέλημα γερό, πείσμα, εγωισμό, δεν θέλει να καμφθή, δεν θέλει να σωθή. Φοβερό πράγμα! Και ενώ ήταν Άγγελος!


- Γέροντα, ο διάβολος θυμάται την προηγούμενη κατάστασή του;


– Αν θυμάται λέει; Αυτός είναι πυρ και μανία, γιατί δεν θέλει να γίνουν άλλοι Άγγελοι, που θα τον αντικαταστήσουν. Και όσο πάει χειρότερος γίνεται. Εξελίσσεται στην κακία και στον φθόνο.


Γέροντας Παίσιος


Με Πόνο και Αγάπη για το σύγχρονο Άνθρωπο

Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012

Εγκύκλιο κήρυγμα του Μητροπολίτου Γόρτυνος κ. Ιερεμία επί τη εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου




1. Σήμερα, αδελφοί μου χριστιανοί, 15 Αυγούστου, εορτάζει η Παναγία μας, με την μεγαλύτερη θεομητορική εορτή Της. Δεν είναι εύκολο να μιλάει κανείς για την Παναγία, γιατί ο λόγος γι᾽ Αυτήν είναι δύσκολος. Η Θεοτοκολογία είναι όλη η θεολογία της Εκκλησίας μας. Μη μπορώνταςλοιπόν, χριστιανοί μου, να σάς μιλήσω για την Παναγία μας, θα καταφύγω στον αγιασμένο Γέροντα, τον πατέρα Παΐσιο, ο οποίος αγαπούσε πολύ την Παναγία μας, και θα πάρω απ᾽ αυτόν ολίγα και ωραία για το σημερινό μου κήρυγμα.
2. Τόσο πολύ ο άγιος Γέροντας αγαπούσε την Παναγία, ώστε αλλοιωνόταν και μόνον ακούγοντας το Όνομά Της ΜΑΡΙΑ. Όταν το έβλεπε κάπου γραμμένο, έκανε το σταυρό του, το ασπαζόταν με ευλάβεια και σκίρταγε η καρδιά του. Έλεγε μάλιστα, ότι μπορεί κανείς να κάνει και ολόκληρη Ακολουθία ασπαζόμενος συνεχώς το Όνομα της Παναγίας. Το ίδιο λέγεται και για τον άγιο Νεκτάριο, ο οποίος είχε και αυτός θερμή αγάπη στη Θεοτόκο. Ακούσαμε ότι ο μακαριστός επίσκοπος Γερο-Ύδρας Ιερόθεος, ο οποίος καταγόταν από το χωριό Εκκλησούλα της Μεγαλοπόλεως, φύλαγε ως θησαυρό μιά μικρή Εικόνα της Παναγίας, που είχε τα βαθουλώματα των φιλημάτων του αγίου Νεκταρίου σ᾽ Αυτήν!!! Ο πατήρ Παΐσιος, όταν ήθελε να πάει να προσευχηθεί στην Παναγία, έκοβε λίγα αγριολούλουδα έξω από την καλύβη του και τα πήγαινε στην Εικόνα Της. «Πώς να πάω με άδεια χέρια να Την παρακαλέσω;», έλεγε.
3. Ήθελε, ο άγιος Γέροντας, να πηγαίνουμε αφιερώματα στην Παναγία, ό,τι έχει ο καθένας. Έλεγε μάλιστα για κάποιον που πήγε στην Μονή των Ιβήρων, για να προσκυνήσει την Παναγία την Πορταΐτισσα. Η Εικόνα αυτή είναι γεμάτη με φλουριά. Σκανδαλίσθηκε κάπως ο προσκυνητής και είπε, όταν έφευγε: «Παναγία μου, εγώ ήθελα να σε δω απλή και όχι με φλουριά». Στο δρόμο όμως τον έπιασε ένας πόνος δυνατός και έμεινε εκεί, στην μέση του δρόμου, ζητώντας βοήθεια από την Παναγία. «Παναγία μου, έλεγε, κάνε με καλά και θα Σου φέρω δυό φλουριά». Τότε του παρουσιάσθηκε η Παναγία, τον έκανε καλά και του είπε: «Έτσι μου τα φέραν τα φλουριά, δεν τα ζήτησα εγώ»!
4. Ο Γέροντας Παΐσιος ήθελε να «συγγενεύουμε» με την Παναγία. Και συγγενεύουμε με την Παναγία – έλεγε –, με την ταπείνωση, γιατί η Παναγία ήταν ταπεινή. Ας σκεφθούμε: Όταν ο αρχάγγελος Γαβριήλ Της είπε ότι θα γεννήσει τον Υιόν του Θεού, τον Μεσσία, Αυτή ονόμασε τον Εαυτό Της «δούλη Κυρίου». «Ιδού η δούλη Κυρίου – είπε στον αρχάγγελο –, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου»! Και η Ίδια πάλι εμεγάλυνε τον Κύριο λέγοντας, «ότι επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν της δούλης αυτού». Για την ταπείνωσή Της η Παναγία κατέχει τα δευτερεία της Αγίας Τριάδος. Ο άγιος Ανδρέας της Κρήτης, λέγει σε ένα τροπάριό του σ᾽ Αυτήν: «Χαίροις μετά Θεόν η Θεός, τα δευτερεία της Τριάδος η έχουσα»!
5. Πρέπει να προσευχόμαστε, χριστιανοί μου, στην Παναγία ανοίγοντας την καρδιά μας σ᾽ Αυτήν, μιλώντας Της ελεύθερα, γιατί είναι η Μάνα μας. Μα, μαζί με την καρδιακή αυτή δική μας προσευχή, πρέπει να λέγουμε στην Παναγία και τις προσευχές και τα τροπάρια που θέσπισαν οι άγιοι Πατέρες γ᾽Αυτήν. Οι καλύτερες προσευχές στην Παναγία είναι οι Παρακλητικοί Κανόνες σ᾽ Αυτήν και οι Χαιρετισμοί. Ο άγιος Γέροντας Παΐσιος συνιστούσε πολύ να διαβάζουν οι χριστιανοί κάθε μέρα το Θεοτοκάριο. Το Θεοτοκάριο είναι μιά μεγάλη Συλλογή 62 Κανόνων προς την Υπεραγία Θεοτόκο, που τους συγκέντρωσε ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης από χειρόγραφα του Αγίου Όρους. Είναι υπέροχα, χριστιανοί μου, τα τροπάρια των Κανόνων αυτών και βοηθάει πολύ την ψυχή μας να διαβάζουμε από την Συλλογή αυτή, όσο μπορούμε κάθε μέρα. Ο πατήρ Παΐσιος έλεγε σε κάποια Μοναχή: «Να διαβάζεις κάθε μέρα το Θεοτοκάριο. Αυτό θα σε βοηθήσει πολύ να αγαπήσεις την Παναγία. Και να δεις η Παναγία μετά!...Θα σου δώσει μεγάλη παρηγοριά»! «Και πότε να διαβάζω το Θεοτοκάριο», τον ρώτησε αυτή η Μοναχή. «Το βράδυ ή το πρωί;». «Καλύτερα τις πρωινές ώρες – της απήντησε ο Γέροντας –, ώστε αυτά που διαβάζεις, να τα έχεις στο νου σου όλη την ημέρα. Το Θεοτοκάριο πολύ βοηθάει. Θερμαίνεται η καρδιά και συγκινείται». Και μνημόνευε ο άγιος Γέροντας Παΐσιος τον Αγιορείτη παπα-Κύριλλο, τον Ηγούμενο της Μονής Κουλτουμουσίου, που δεν μπορούσε να συγκρατηθεί από τους λυγμούς και τα δάκρυα, όταν διάβαζε το Θεοτοκάριο!
6. Αδελφοί Χριστιανοί! Εμείς οι Έλληνες, ιδιαίτερα στα τωρινά τα χρόνια, που βουλιάζει η πατρίδα μας, πρέπει να προσευχόμαστε στην Παναγία, για να μάς κάνει το θαύμα Της. Θα μάς σώσουν όχι οι άρχοντες και οι επιστήμονες με τα κοσμικά τους συστήματα, αλλά θα μάς σώσει το Κομποσχοίνι και το Θεοτοκάριο, η προσευχή στην Παναγία μας. – Χρόνια σας πολλά και η Παναγία βοήθεια σε όλους μας.

Με πολλές ευχές,
† Ο Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμίας

Ο διάβολος καταφλέγεται, μαστιγώνεται και δέρνεται από την Ευχή










Ένα περιστατικό από τις εμπειρίες του γέροντος Ιωσήφ του ησυχαστού.


Ένας νέος, πριν από χρόνια, είχε πολλά ψυχικά προ­βλήματα και είχε φθάσει μέχρι δαιμονοκρατίας. Απεφά­σισαν οι δικοί του και ο ίδιος, ναμεταβή στο Άγιον Όρος και να ενταχθή σε μιά συνοδεία.


Ο Γέροντας της συνοδείας, Ιωσήφ ο Ησυχαστής, πε­ρίφημος για την δύναμη της προσευχής του, τον κράτησε, του έμαθε την προφορική Ευχή καιτον έβαλε να σκαλίζη μερικά ξύλινα Σταυρουδάκια. Οποιαδήποτε κι αν ήτο η εργασία του, νύχτα, πρωί, μεσημέρι, απόγευμα, μέσα στην εκκλησία καιέξω απ αυτήν, όπου κι αν ευρίσκετο, θα έ­πρεπε να λέη συνεχώς με το στόμα του: «Κύριε Ιησού Χρι­στέ, Ελέησον με».


Πολλές φορές αναποδογύριζε τα τραπέζια, έκανε άνω-κάτω το μικρό κελλάκι του, κλείδωνε τις πόρτες, ξερρίζωνε τα μικρά σπαρμένα λαχανικά, έκοβετα δενδράκια, πε­τούσε πέτρες, φώναζε, τσίριζε, έβγαζε αφρούς από το στό­μα του. Και μάλιστα μέσα στη νύχτα συνέβαινε με γυναι­κεία φωνή ναβωμολοχή χυδαιότατα και να ακούγεται η φω­νή του διαβόλου, η οποία του έλεγε:
-Πάψε, με καις! Πες τίποτε άλλο, πες ό,τι θέλεις, πες από την Λειτουργία, ψάλλε από το πρωί μέχρι το βράδυ, μόνο αυτό το Όνομα μη λες! Τουέλεγε ακόμη:
-Γιατί δεν πάς μέσα να βοηθήσης τον Γέροντα, που εί­ναι μεγάλος και να ψάλλης μαζί του στην Λειτουργία; (Στην Λειτουργία τον ήθελε οδιάβολος να ψάλλη, την Ευχή όμως δεν τον ήθελε να την λέη!!! Επομένως, καταλαβαίνετε τι α­ξία έχει αυτό το Όνομα, όταν λέγεται συνεχώς!!!).


Και ο δαιμονισμένος εκαθαρίσθη και εθεραπεύθη τε­λείως. Η δε συμβουλή του οσίου Γέροντος Ιωσήφ ήτο να μη βγη έξω, στον κόσμο, διότι τοκακό θα επαναλαμβανόταν, με την κοσμική ζωή που θα έκανε.


Δεν άκουσε όμως τον όσιο αυτόν ασκητή και ησυχαστή των ήμερων μας (που διέδωσε την Νοερά προσευχή στα νεώ­τερα χρόνια μας, από το 1950και εντεύθεν, σε ολόκληρο τον κόσμο), και πράγματι, όταν γύρισε στον κόσμο, με την αμαρτωλή ζωή του, ξαναδαιμονίσθηκε. Γύρισε πίσω, στοΆγιον Όρος, αλλά το "κουσούρι" πλέον και η δαιμονοκρατία δεν έφευγε από πάνω του.


Από το βιβλίο
Η «ΕΥΧΗ»
ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

αββάς Σισώης: Αποφθέγματα







1 ) Αδελφός πού αδικήθηκε από άλλο αδελφό ήλθε προς τον αββά Σισώη και του λέγει:
- Αδικήθηκα από ένα αδελφό και θέλω να τον εκ­δικηθώ. Ο δε γέρων τον παρακαλούσε:
- Μη, τέκνο· αντιθέτως μάλιστα άφησε στο Θεό το έργο της εκδικήσεως.
Αυτός όμως έλεγε:
- Δεν θα παύσω, έως ότου εκδικηθώ για τον εαυτό μου.
Είπε δε ό γέρων:
- Ας προσευχηθούμε, αδελφέ. Και ο γέρωντας, αφού σηκώθηκε, είπε:
- Θεέ, δεν σε έχουμε πλέον ανάγκη να φροντίζεις για μας· διότι εμείς εκδικούμαστε μόνοι για λογαριασμό μας.
Μόλις λοιπόν άκουσε αυτά τα λόγια ο αδελφός, έπεσε στα πόδια του γέροντος λέγοντας:
- Δεν θα είμαι πλέον σε αντιδικία με τον αδελφό, συγχώρεσε με, αββά.

2) Επισκέφθηκε κάποιος από τους αδελφούς τον αββά Σισώη στο όρος του αββά Αντωνίου. Και ενώ συνομιλούσαν, είπε στον αββά Σισώη:
- Δεν έφθασες ακόμα στά μέτρα του αββά Αντωνίου, πάτερ; Και του λέγει ο γέρων:
- Εάν είχα ένα από τους λογισμούς του αββά Αντω­νίου, θα γινόμουν όλος φωτιά άλλ’ όμως γνωρίζω άνθρωπο πού με δυσκολία μπορεί να βαστάξει το λογισμό του.

3) Πειράσθηκε κάποτε ο Αβραάμ, ο μαθητής του αββά Σισώη, από δαίμονα και είδε ό γέρων ότι έπεσε και αφού σηκώθηκε, δήλωσε τα χέρια στον ουρανό λέγοντας:
- Θεέ, θέλεις δεν θέλεις, δεν θα σε αφήσω, εάν δεν τον θεραπεύσεις.
Και αμέσως θεραπεύτηκε.

4) Αδελφός ανακοίνωσε στον αββά Σισώη:
- Βλέπω ότι η μνήμη του Θεού παραμένει μέσα μου. Του λέγει ο γέρων:
- Δεν είναι σπουδαίο το να ευρίσκεται ο λογισμός σου στο Θεό σπουδαίο είναι το να βλέπεις τον εαυτό σου κατώτερο από όλη την κτίση. Διότι αυτό μαζί με το σωματικό κόπο οδηγεί στον τρόπο της ταπεινοφρο­σύνης.

5) Επισκέφθηκε ο αββάς Αδέλφιος, επίσκοπος Νειλουπόλεως, τον αββά Σισώη, στο όρος του αββά Αντωνίου. Και όταν επρόκειτο ν’ αναχωρήσουν, πριν αρχίσουν την πορεία, τους έβαλε να φάγουν το πρωί, ήταν δε νηστεία. Και μόλις έστρωσαν τραπέζι, αδελφοί κρούουν τη θύρα. Είπε δε στο μαθητή του:
- Δώσε τους λίγο τραχανά, διότι έρχονται από κοπια­στική πορεία. Του λέγει ο αββάς Αδέλφιος:
- Άφησε τώρα, για να μη ειπούν ότι ο αββάς Σισώης τρώγει από το πρωί. Άλλα δεν τον επρόσεξε ο γέρων και λέγει στον αδελφό:
- Πήγαινε, δώσε τους. Όταν λοιπόν είδαν τον τραχανά, είπαν:
- Μήπως έχετε ξένους; Μήπως τρώγει και ο γέρων μαζί σας; Και τους είπε ό αδελφός:
- Ναι. Άρχισαν λοιπόν να στενοχωρούνται και να λέγουν ο Θεός να σάς συγχώρηση πού αφήσατε το γέροντα να φάγει. Η δεν γνωρίζετε ότι έχει κοπιάσει πολλές ήμερες; Και τους άκουσε ό επίσκοπος και έβαλε μετάνοια στο γέ­ροντα λέγοντας:
- Συγχώρεσε με, αββά, πού σκέφτηκα κάτι ανθρώ­πινο· εσύ δε έκανες την εντολή του Θεού.
Και του λέγει ο αββάς Σισώης:
- Εάν δεν δοξάσει τον άνθρωπο ό θεός, ή δόξα των ανθρώπων δεν είναι τίποτε.

6) Ρώτησε ο αββάς Άμμων της Ραϊθού στον αββά Σισώη:
- Όταν αναγινώσκω τη Γραφή, ο λογισμός μου θέλει να συντάξει ένα λόγιο για να το έχω σε περίπτωση επερωτήσεως. Του λέγει ο γέρων:
- «Ούκ έστι χρεία, αλλα μάλον εκ της καθαρότιτος του νοός κτήσαι σεαυτω και το αμεριμνειν και το λέγειν».

7) Τρείς γέροντες επισκέφθηκαν τον αββά Σισώη, επειδή είχαν ακούσει σχετικά με αυτόν. Και του λέει ό πρώτος:
- Πάτερ, πώς μπορώ να σωθώ από τον πύρινο ποταμό; Αυτός δε δεν του αποκρίθηκε. Του λέει ό δεύτερος:
- Πάτερ, πώς μπορώ να σωθώ από το βρυγμό των οδόν­των και από τον ακοίμητο σκώληκα; Του λέγει ό τρίτος:
- Πάτερ, τί να κάνω πού με σκοτώνει η μνήμη του πηκτού σκότους; Αποκρινόμενος δε ο γέρων τους είπε:
- Εγώ δεν θυμούμαι τίποτε από αυτά· διότι, καθώς εί­ναι φιλεύσπλαχνος ο θεός, ελπίζω ότι θα με ελεήσει. Όταν άκουσαν αυτόν το λόγο οι γέροντες έφυγαν λυπη­μένοι. Επειδή όμως ό γέρων δεν ήθελε να τους αφήσει να φύγουν λυπημένοι, γυρίζοντας προς αυτούς είπε:
- Είσθε μακάριοι, αδελφοί, διότι σας εζήλευσα. Ο πρώ­τος σας είπε για τον πύρινο ποταμό, ό δεύτερος για τον Τάρταρο και ο τρίτος για το σκότος. Εάν λοιπόν ο νους σας κυριαρχεί σε τέτοια μνήμη, είναι αδύνα­το να αμαρτήσετε. Τί να κάνω εγώ όμως ό σκληρό-καρδος πού δεν αφήνομαι ούτε να γνωρίσω ότι υ­πάρχει κόλαση για τους ανθρώπους και γι' αυτό αμαρτάνω κάθε ώρα; Και μετανοημένοι του είπαν:
- Όπως ακούσαμε, έτσι και είδαμε.

8) Ερώτησε ο αββάς Ιωσήφ τον αββά Σισώη:
- Σε πόσο χρόνο πρέπει να αποκόπτει ο άνθρωπος τα πάθη; Του λέγει ό γέρων:
- Τους χρόνους θέλεις να μάθεις; Λέγει ο αββάς Ιωσήφ:
- Ναι. Λέγει λοιπόν ο γέρων:
- Όποια ώρα έρχεται το πάθος, αμέσως κόψε το.

9) Ήρθαν κάποτε μερικοί Αρειανοί στον αββά Σισώη, στο όρος του αββά Αντωνίου, και άρχισαν να κατακρίνουν τους Ορθοδόξους. Ο δε γέρων δεν τους αποκρίθηκε τί­ποτε και αφού φώναξε το μαθητή του, είπε:
- Αβραάμ, φέρε μου το βιβλίο του αγίου Αθανασίου και διάβασε το. Και ενώ αυτοί σιωπούσαν, αποκαλύφθηκε η αίρεση τους. Και τους απέλυσε ειρηνικά.

10) Ήρθε κάποτε ο αββάς Αμμούν από τη Ραϊθού στο Κλύσμα για να επισκεφθεί τον αββά Σισώη. Και βλέπον­τας τον στενοχωρημένο πού άφησε την έρημο του λέγει:
- Τί στενοχωρείσαι, αββά; Διότι τι μπορούσες πλέον να κάνεις στην έρημο τώρα πού γέρασες τόσο; Ο δε γέρων κοιτάζοντας τον με δυσαρέσκεια λέγει:
- Τί μου λέγεις, Αμμούν; Δεν μου αρκούσε τάχα μό­νη η ελευθερία του λογισμού μου στην έρημο;

11) Είπε ο αββάς Σισώης:
- Όταν υπάρχει άνθρωπος πού σε φροντίζει, δεν πρέ­πει να τον διατάσσεις.

12) Ήρθαν κάποτε Σαρακηνοί και έγδυσαν το γέροντα και τον αδελφό του. Και όταν αυτοί βγήκαν στην έρημο για να βρουν τίποτε φαγώσιμο, βρήκε ο γέρων κόπρα­να καμήλων και σπώντας τα βρήκε μέσα σπόρους κριθαριού· έτρωγε δε ένα σπόρο και τον άλλο έβαλλε στο χέρι του. Όταν δε ερχόμενος ο αδελφός του τον βρήκε να τρώγει, του λέγει:
- Αύτη είναι ή αγάπη, ότι βρήκες φαγώσιμο και το τρώγεις μόνος σου και δεν με φώναξες; Του λέγει ο αββάς Σισώης:
- Δεν σε αδίκησα, αδελφέ, ιδού το μερίδιο σου, το κράτησα στο χέρι μου.

13) Διηγήθηκε κάποιος από τους πατέρες για τον αββά Σι­σώη του Καλαμώνος, ότι θέλοντας κάποτε να νικήσει τον ύπνο, κρεμάσθηκε από τον κρημνό της Πέτρας· και ήλθε άγγελος πού τον έλυσε και του παράγγειλε να μη κάνει πλέον αυτό το πράγμα ούτε σε άλλους να αφήσει τέτοια παράδοση.

14) Ερώτησε κάποιος από τους πατέρες τον αββά Σισώη:
- Εάν κάθομαι στην έρημο και έλθει βάρβαρος πού θέλει να με φονεύσει και τον καταφέρω, να τον φο­νεύσω; Και του είπε ό γέρων:
- Όχι, αλλά παράδωσε τον στο Θεό. Διότι όποιος πει­ρασμός έλθει στον άνθρωπο, να λέγει, τούτο συνέβη­κε για τις αμαρτίες μου, οποιοδήποτε δε αγαθό, με τη χάρη του Θεού.

15) Αδελφός παρακάλεσε τον αββά Σισώη το Θηβαίο:
- Είπε μου ένα λόγο. Και λέγει:
- Τί έχω να σου πω; Ότι την Καινή Διαθήκη αναγινώσκω και στην Παλαιά γυρίζω.

16 )Αδελφός ερώτησε γέροντα:
- Τί να κάνω πού θλίβομαι για το εργόχειρο; Διότι αγαπώ το πλεκτό, άλλα δεν μπορώ να το εργασθώ. Λέγει Ο γέρων:
- Ό αββάς Σισώης έλεγε ότι δεν πρέπει να εργαζόμαστε το έργο πού μας ικανοποιεί.

17 ) Είπε ο αββάς Σισώης:
- Να εξουδενωθείς, να βάλεις το θέλημα σου πίσω και να γίνεις αμέριμνος και θα έχεις ανάπαυση.

18 ) Αδελφός ερώτησε τον αββά Σισώη:
- Τί να κάνω για τα πάθη; Και λέγει ό γέρων:
- Ό καθένας μας πειράζεται από την δική του επι­θυμία.

19 ) Αδελφός παρεκάλεσε τον αββά Σισώη:
- Είπε μου ένα λόγο. Αυτός δε είπε:
- Τί με αναγκάζεις να φλυαρήσω. Ιδού, ότι βλέπεις, κάνε το.

Κάθε θλίψη είναι θεία επίσκεψη




Η θλίψις είναι όργανον, εργαλείον, το οποίον κρατεί ο Θεός εις το χέρι Του, και Αυτός μόνος το εργάζεται, καθώς Του υπαγορεύει η άπειρος σοφία Του. Εις τον κάθε άνθρωπον διαφοροτρόπως
το εργάζεται, αναλόγως της ανάγκης που έχει έκαστος. Η θλίψις με την ποικιλομορφία της εξαγνίζει και αγιάζει τον άνθρωπον εκείνον, που με σοφίαν και γνώσιν την δέχεται. Δηλαδήκάθε θλίψις του χριστιανού είναι θεία επίσκεψις έχουσα σκοπόν την σωτηρίαν αυτού και την αποστέλλει η γλυκυτάτη δεξιά του ουρανίου μας Πατρός, αν και απαρέσκεται η φύσις μας εις την τοιαύτην, καθώς και τα πικρά φάρμακα απαρέσκουν εις τον ασθενούντα. Εάν η θλίψις δεν έχει καμμίαν σχέσιν με ημάς, πάντως θα είχαμε την μοίραν του εωσφόρου, διότι και εκείνος ευρισκόμενος εις το ύψος της δόξης και της αναπαύσεως, ελησμόνησε την μεγαλειότητα του Θεού και την εαυτού σμικρότητα και αδυναμίαν, «στήσω τον θρόνον μου επί των νεφελών και έσομαι όμοιος τω Υψίστω».

Και ταύτα διανοηθέντα, κάτω τον έρριψεν ο Θεός, και ο πρώτος ανατέλλων φωτεινότατος άγγελος, γέγονε δαίμων, Σατανάς, διάβολος, το βρομερώτερον εκ των δημιουργημάτων του Θεού, ουχί τη φύσει, διότι ο Θεός όλα λίαν καλά τα εποίησεν, αλλά τη προαιρέσει πονηρός και αντάρτης! Ο διάβολος διασπείρει μέσα εις τας οικογενείας την μεμψιμοιρίαν, την απαρέσκειαν, την ζήλειαν, την ισχυρογνωμοσύνην, κ.λ.π. και ούτω υπάρχει εις πολλάς οικογενείας ένα πρόσωπον, που θα διαταράσση την ειρήνην, την γαλήνην και την χαράν της οικογενείας.

Αυτή η κακή σπορά δεν έλειψε και μέσα εις την του Κυρίου ιεράν οικογένειαν, όπου είχε δημιουργήσει επί της γης δια την μέλλουσαν σωτηρίαν, δηλαδή εν μέσω των ιερών μαθητών Του, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, σπόρος θεοκτόνος!

Ο διάβολος σπείρει τον σπόρον εν μέσω του σίτου, και εις τας συνοδείας των μοναχών το τοιούτον υπάρχει, όχι ότι το πρόσωπον αυτό είναι κακόν, αλλά έχοντας τας αδυναμίας αυτάς, μεμψιμοιρίαν, ζήλειαν κ.λ.π., γίνεται ένα όργανον, διά να διαταράσση την ειρήνην και ησυχίαν των άλλων.

Όλα αυτά μαρτυρούν ότι είμεθα εξόριστοι της αληθινής πατρίδος μας, ευρισκόμενοι εις τα σωφρονιστήρια, ένθα εξασκείται η παιδεία Κυρίου, και όσοι ευρεθούν διά της παιδείας ευδόκιμοι, εισάγονται πάλιν εις την ουράνιον κληρονομίαν λαμβάνοντες και πάλιν την χαθείσαν υιοθεσίαν των, άξιοι να κληρονομήσουν τον Θεόν. Όσοι μείνουν απαίδευτοι, ως εγώ, και δεν αναγνωρίζουν την παιδείαν, αλλά διά των έργων των αναδειχθούν νόθοι, αποδιώκονται ως ανάξιοι της υιοθεσίας, εις ην απέβλεπεν η παιδεία Κυρίου και καταδικάζονται. Ο αγαθός Θεός και Πατήρ ημών να μας αξιώση μετά των ευδοκίμων, των λαβόντων την υιοθεσίαν, εις αιώνας αιώνων. Αμήν.





γέροντας Εφραίμ ο εν Αριζόνα, Πατρικαί νουθεσίαι

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

Λόγος στήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου ῾Αγίου Λουκᾶ ᾿ Αρχιεπισκόπου Κριμαίας

 
Τον καθένα από μας τον βασανίζει το ερώτημα: τι θα γίνει με μας και τι μας περιμένει μετά το θάνατο; Μία σαφή απάντηση σ' αυτό το ερώτημα μόνοι μας δεν μπορούμε να την βρούμε. Αλλά η Αγία Γραφή και πρώτα απ' όλα ο λόγος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού μας αποκαλύπτουν αυτό το μυστικό. Μας το αποκαλύπτουν επίσης το απολυτίκιο και το κοντάκιο της μεγάλης αυτής γιορτής της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου και οι εκκλησιαστικοί ύμνοι που ψάλλονται σ' αυτή τη γιορτή.

Θέλω όλοι σας να καταλάβετε, γιατί ο θάνατος της Υπεραγίας Θεοτόκου και Παρθένου Μαρίας λέγεται Κοίμησή της. Ο μέγας απόστολος Ιωάννης ο Θεολόγος στο 20ο κεφάλαιο της Αποκαλύψεως μιλάει για τον πρώτο και το δεύτερο θάνατο. Ο πρώτος μόνο θάνατος, ο οποίος είναι αναπόφευκτος για όλους τους ανθρώπους, περιμένει και τους αγίους και τους δικαίους. Αλλά ο δεύτερος, ο φοβερός και αιώνιος θάνατος, περιμένει τους μεγάλους και αμετανόητους αμαρτωλούς, οι οποίοι αρνήθηκαν την αγάπη και την δικαιοσύνη του Θεού και είναι καταδικασμένοι να βρίσκονται αιωνίως σε κοινωνία με το διάβολο και τους αγγέλους του.

Στο Ευαγγέλιο του ίδιου μεγάλου αποστόλου και ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου διαβάζουμε τα λόγια του Χριστού, τα οποία είναι πολύ στενά συνδεδεμένα με όσα γράφει η Αποκάλυψη: «αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ίωάν. 5, 24).

Το ακούτε, το καταλαβαίνετε; Νομίζω ότι ακόμα και θα πρέπει να σας κινήσει την περιέργεια το
γεγονός ότι όλοι όσοι υπακούουν στο λόγο του Χριστού και πιστεύουν στον Ουράνιο Πατέρα του, ο
οποίος τον έστειλε, αμέσως μετά το θάνατο τους θα περάσουν στην αιώνια ζωή. Δεν υπάρχει λόγος να δικαστούν αυτοί που έχουν ζωντανή πίστη στο Θεό και υπακούουν στις εντολές του.

Και στους μεγάλους δώδεκα αποστόλους είπε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός: «αμήν λέγω υμίν ότι υμείς οι ακολουθήσαντές μοι, εν τη παλιγγενεσία, όταν καθίση ο Υιός του ανθρώπου επί θρόνου δόξης αυτού, καθίσεσθε και υμείς επί δώδεκα θρόνους κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ» (Ματθ. 19, 28). Δικαστές και κατήγοροι θα είναι κατά την Φοβερά Κρίση του Θεού οι Απόστολοι του Χριστού και, βεβαίως, είναι τελείως αδύνατο να φανταστούμε να δικάζονται η Υπεραγία Θεοτόκος και Αειπάρθενος Μαρία, ο Βαπτιστής του Κυρίου Ιωάννης, οι μεγάλοι προφήτες του Θεού, ο Ηλίας και ο Ενώχ τους οποίους ζωντανούς τους πήρε ο Θεός στον Ουρανό, όλο το αμέτρητο πλήθος των μαρτύρων του Χριστού, οι δοξασμένοι από τον Θεό άγιοι αρχιερείς και θαυματουργοί με επί κεφαλής τον άγιο Νικόλαο, αρχιεπίσκοπο Μύρων της Λυκίας.
Είναι αδύνατον ακόμα και να περάσει από το μυαλό μας η σκέψη πως θα δικαστούν αυτοί, οι όποιοι άκουσαν από το στόμα του Χριστού: «Η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστίν» (Λκ. 17, 21). Σ' αυτούς τους μεγάλους αγωνιστές του Χριστού, σαν σε πολύτιμους ναούς κατοικούσε το Άγιο Πνεύμα. Ακόμα και ζώντας στη γη, αυτοί βρισκόταν στην άμεση κοινωνία με τον Θεό, επειδή έτσι είπε ο Κύ¬ριος μας Ιησούς Χριστός: «Εάν τις αγαπήση με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυ¬τόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ' αυτώ ποιήσομεν» (Ίωάν. 14, 23).

Ή Υπεραγία Παρθένος Μαρία υπήρξε άχραντος ναός του Σωτήρος και σ' αυτήν κατοίκησε το Άγιο Πνεύμα και από την αγιότατη μήτρα της έλαβε το ανθρώπινο σώμα ο Υιός του Θεού, ο Οποίος κατέβηκε από τους Ουρανούς. Γι' αυτό ο σωματικός της θάνατος δεν ήταν θάνατος αλλά Κοίμηση, δηλαδή ένα άμεσο πέρασμα από τη Βασιλεία του Θεού εντός της στη Βασιλεία των Ουρανών και την αιώνια ζωή.

Μού ήρθε τώρα στο μυαλό και κάτι καινούριο. Σ' ένα από τα προηγούμενα κηρύγματα μου σάς έλεγα, ότι έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε, ότι και το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου με τη δύναμη του Θεού έγινε άφθαρτο και ανελήφθη στους ουρανούς. Αυτό μάς λέει και το κοντάκιο της μεγάλης γιορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου: «Την εν πρεσβείαις ακοίμητον Θεοτόκον, και προστασίαις αμετάθετον ελπίδα, τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν ως γαρ ζωής Μητέρα, προς την ζωήν μετέστησεν, ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον».

Προσέξτε: «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν». Σκεπτόμενοι αυτό, ας θυμηθούμε και τι γράφει η Αγία Γραφή για το θάνατο του μεγαλυτέρου προφήτη της Παλαιάς Διαθήκης, του Μωυσή στο 34ο κεφάλαιο του βιβλίου του Δευτερονομίου, ότι πέθανε σύμφωνα με το λόγο του Θεού στο όρος Νεβώ και τάφηκε στη γη Μωάβ. Ο τάφος του μεγάλου αυτού προφήτη έπρεπε να είναι για πάντα τόπος προσκυνήματος για όλο το λαό του Ισραήλ. Όμως στη Βίβλο διαβάζουμε, ότι: «ουκ οίδεν ουδείς την ταφήν αυτού έως της ημέρας ταύτης» (Δευτ. 34, 6). Όμως κατά τη Μεταμόρφωση του Κυρίου στο όρος Θαβώρ εμφανίστηκε ο Μωυσής στον Κύριο και Δεσπότη του τον Ιησού μαζί με τον προφήτη Ηλία, ο οποίος αρπάχτηκε ζωντανός στους ουρανούς.

Νομίζω ότι δεν θα είναι αμαρτία αν θα πούμε, ότι το σώμα του μεγάλου Μωυσή, όπως και το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου, με τη δύναμη του Θεού, έμεινε άφθαρτο. Γι' αυτό και ο τάφος του είναι άγνωστος.

Να σκεφτόμαστε, αδελφοί και αδελφές μου, την μακάρια Κοίμηση της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας και να θυμόμαστε τα λόγια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: «Αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ίωάν. 5, 24). Να μάς αξιώσει ο Θεός να γευθούμε και εμείς οι αμαρτωλοί τη μεγάλη αυτή χαρά, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, φ η δόξα και το κράτος συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω Αυτού Πνεύματι εις τους αιώνας. Αμήν.

ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΡΙΜΑΙΑΣ
ΛΟΓΟΙ

Για τη Θεομήτορα (Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου)




Oταν η ψυχή κατέχεται από την αγάπη του Θεού, τότε, ώ, πώς είναι όλα ευχάριστα, αγαπημένα και χαρούμενα. Αυτή η αγάπη όμως συνεπάγεται θλίψη· κι όσο βαθύτερη είναι η αγάπη, τόσο μεγαλύτερη είναι κι η θλίψη.
Η Θεοτόκος δεν αμάρτησε ποτέ, ούτε καν με το λογισμό, και δεν έχασε ποτέ τη Χάρη, αλλά κι Αυτή είχε μεγάλες θλίψεις. Όταν στεκόταν δίπλα στο Σταυρό, τότε ήταν η θλίψη Της απέραντη σαν τον ωκεανό κι οι πόνοι της ψυχής Της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτεροι από τον πόνο του Αδάμ μετά την έξωση από τον Παράδεισο, γιατί κι η αγάπη Της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερη από την αγάπη του Αδάμ στον Παράδεισο. Κι αν επέζησε, επέζησε μόνο με τη Θεία δύναμη, με την ενίσχυση του Κυρίου, γιατίήταν θέλημά Του να δει την Ανάσταση κι ύστερα, μετά την Ανάληψή Του, να παραμείνη παρηγοριά και χαρά των Αποστόλων και του νέου χριστιανικού λαού.
Εμείς δεν φτάνουμε στην πληρότητα της αγάπης της Θεοτόκου, και γι᾽ αυτό δεν μπορούμε να εννοήσωμε πλήρως το βάθος της θλίψεώς Της. Η αγάπη Της ήταν τέλεια. Αγαπούσε άπειρα τον Θεό και Υιό Της, αλλ᾽ αγαπούσε και το λαό με μεγάλη αγάπη. Και τι αισθανόταν τάχα, όταν εκείνοι, που τόσο πολύ αγαπούσε η Ίδια και που τόσο πολύ ποθούσε τη σωτηρία τους, σταύρωναν τον αγαπημένο Υιό Της;
Αυτό δεν μπορούμε να το συλλάβωμε, γιατί η αγάπη μας για τον Θεό και τους ανθρώπους είναι λίγη. Κι όμως η αγάπη της Παναγίας υπήρξε απέραντη και ακατάληπτη, έτσι απέραντος ήταν κι ο πόνος Της που παραμένει ακατάληπτος για μας.
Άσπιλε Παρθένε Θεοτόκε, πες σ᾽ εμάς τα παιδιά Σου, πώς αγαπούσες τον Υιό Σου και Θεό, όταν ζούσες στη γη; Πώς χαιρόταν το πνεύμα Σου για τον Θεό και Σωτήρα Σου; Πώς αντίκρυζες την ομορφιά του προσώπου Του; Πώς σκεφτόσουν ότι Αυτός είναι Εκείνος, που Τον διακονούν με φόβο και αγάπη όλες οι Δυνάμεις των ουρανών;
Πες μας, τι ένοιωθε η ψυχή Σου, όταν κρατούσες στα χέρια Σου το Θαυμαστό Νήπιο; Πώς το ανέτρεφες; Πώς πονούσε η ψυχή Σου, όταν μαζί με τον Ιωσήφ Τον αναζητούσες τρεις μέρες στην Ιερουσαλήμ; Ποιάν αγωνία έζησες, όταν ο Κύριος παραδόθηκε στην σταύρωση και πέθανε στο Σταυρό;
Πες μας, ποια χαρά αισθάνθηκες για την Ανάσταση ή πώς σπαρταρούσε η ψυχήΣου από τον πόθο του Κυρίου μετά την Ανάληψη;
Οι ψυχές μας λαχταρούν να γνωρίσουν τη ζωή Σου με τον Κύριο στη γη, αλλά Συ δεν ευδόκησες να τα παραδώσης όλ᾽ αυτά στη Γραφή, αλλά σκέπασες το μυστήριό Σου με σιγή.
Πολλά θαύματα και ελέη είδα από τον Κύριο και τη Θεοτόκο, αλλά μου είναι τελείως αδύνατο ν᾽ ανταποδώσω κάπως αυτή την αγάπη.
Τι ν᾽ ανταποδώσω εγώ στην Υπεραγία Θεοτόκο, που δεν με περιφρόνησε ενώ ήμουν βυθισμένος στην αμαρτία, αλλά μ᾽ επισκέφθηκε σπλαγχνικά και με συνέτισε; Δεν Την είδα, αλλά το Άγιο Πνεύμα μου έδωσε να Την αναγνωρίσω απότα γεμάτα χάρη λόγια Tης και το πνεύμα μου χαίρεται κι η ψυχή μου παρασύρεται τόσο από την αγάπη προς Αυτήν, ώστε και μόνη η επίκληση του ονόματός Tης γλυκαίνη την καρδιά μου.
Όταν ήμουν νεαρός υποτακτικός, προσευχόμουν μια φορά μπροστά στην εικόνα της Θεομήτορος και μπήκε τότε στην καρδιά μου η προσευχή του Ιησού κι άρχισε από μόνη της να προφέρεται εκεί.
Μιά άλλη φορά άκουγα στην εκκλησία την ανάγνωση των προφητειών του Ησαΐα, και στις λέξεις «Λούσασθε και καθαροί γίνεσθε» (Ησ. α ́ 16) σκέφτηκα: «Μήπως η Παναγία αμάρτησε ποτέ, έστω και με το λογισμό;». Και, ώ του θαύματος! Μέσα στην καρδιά μου μια φωνή ενωμένη με την προσευχή πρόφερε ρητώς: «Η Θεοτόκος ποτέ δεν αμάρτησε, ούτε καν με την σκέψη». Έτσι το Άγιο Πνεύμα μαρτυρούσε στην καρδιά μου για την αγνότητά Της.
Εν τούτοις κατά τον επίγειο βίο Tης δεν είχε ακόμα την πληρότητα της γνώσεως και υπέπεσε σ᾽ ορισμένα αναμάρτητα λάθη ατέλειας. Αυτό φαίνεται από το Ευαγγέλιο· όταν επέστρεφε από την Ιερουσαλήμ, δεν ήξερε πού είναι ο Υιός Της και Τον αναζητούσε τρεις μέρες με τον Ιωσήφ (Λουκ. β ́ 44-46).
Η ψυχή μου γεμίζει από φόβο και τρόμο, όταν αναλογίζωμαι τη δόξα της Θεομήτορος.
Είναι ενδεής ο νους μου και φτωχή κι αδύναμη η καρδιά μου, αλλά η ψυχή μου χαίρεται και παρασύρομαι στο να γράψω έστω και λίγα λόγια γι᾽ Αυτήν.
Η ψυχή μου φοβάται να το αποτολμήση, αλλά η αγάπη με πιέζει να μην κρύψω τις ευεργεσίες της ευσπλαγχνίας Tης.
Η Θεοτόκος δεν παρέδωσε στη Γραφή ούτε τις σκέψεις Tης ούτε την αγάπη Tης για τον Υιό και Θεό Tης ούτε τις θλίψεις της ψυχής Tης, κατά την ώρα της σταυρώσεως, γιατί ούτε και τότε θα μπορούσαμε να τα συλλάβωμε. Η αγάπη Tης για τον Θεό ήταν ισχυρότερη και φλογερότερη από την αγάπη των Χερουβείμ και των Σεραφείμ κι όλες οι Δυνάμεις των Αγγέλων και Αρχαγγέλων εκπλήσσονται μ᾽ Αυτήν.
Παρ᾽ όλο όμως που η ζωή της Θεοτόκου σκεπαζόταν, θα λέγαμε, από την αγία σιγή, ο Κύριος όμως φανέρωσε στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας πως η Παναγία μας αγκαλιάζει με την αγάπη Tης όλο τον κόσμο και βλέπει με το Άγιο Πνεύμα όλους τους λαούς της γης και, όπως και ο Υιός Tης, έτσι κι Εκείνη σπλαγχνίζεται και ελεεί τους πάντες.
Ώ, και να γνωρίζαμε πόσο αγαπά η Παναγία όλους, όσους τηρούν τις εντολές του Χριστού, και πόσο λυπάται και στενοχωριέται για κείνους που δεν μετανοούν! Αυτό το δοκίμασα με την πείρα μου.
Δεν ψεύδωμαι, λέω την αλήθεια ενώπιον του Θεού, πως γνωρίζω πνευματικά την Άχραντη Παρθένο. Δεν Την είδα, αλλά το Άγιο Πνεύμα μου έδωσε να γνωρίσω Αυτήν και την αγάπη Tης για μας. Χωρίς την ευσπλαγχνία Tης η ψυχή θα είχε χαθή από πολύν καιρό. Εκείνη όμως ευδόκησε να μ᾽ επισκεφθή και να με νουθετήση, για να μην αμαρτάνω. Μου είπε: «Δεν μ᾽ αρέσει να βλέπω τα έργα σου». Τα λόγια Της ήταν ευχάριστα, ήρεμα, με πραότητα και συγκίνησαν την ψυχή. Πέρασαν πάνω από σαράντα χρόνια, μα η ψυχή μου δεν μπορεί να λησμονήση εκείνη τη γλυκειά φωνή και δεν ξέρω πώς να ευχαριστήσω την αγαθήκαι σπλαγχνική Μητέρα του Θεού.
Αληθινά, Αυτή είναι η βοήθειά μας ενώπιον του Θεού και μόνο τ᾽ όνομά Της χαροποιεί την ψυχή. Αλλά κι όλος ο ουρανός κι όλη η γη χαίρονται με την αγάπη Tης.
Αξιοθαύμαστο κι ακατανόητο πράγμα. Ζη στους ουρανούς και βλέπει αδιάκοπα την δόξα του Θεού, αλλά δεν λησμονεί κι εμάς τους φτωχούς κι αγκαλιάζει με την ευσπλαγχνία Της όλη τη γη κι όλους τους λαούς.
Αυτή την Άχραντη Μητέρα Του ο Κύριος την έδωσε σ᾽ εμάς.
Αυτή είναι η χαρά και η ελπίδα μας.
Αυτή είναι η πνευματική μας Μητέρα και βρίσκεται κοντά μας κατά τη φύση σαν άνθρωπος και κάθε χριστιανική ψυχή ελκύεται από την αγάπ
η πρός Αυτήν

...δεν έχω καρδίαν θλιβομένην



"... δέν ἔχω καρδίαν θλιβομένην πρός ἀναζήτησίν σου,
δεν ἔχω μετάνοιαν,
δέν ἔχω κατάνυξιν,
οὐδέ δάκρυα, τά ὁποῖα ἐπαναφέρουσι τά τέκνα είς τήν ἰδίαν αὐτῶν πατρίδα.


Δεν ἔχω, δέσποτα, δάκρυον παρακλητικόν·
ἐσκοτίσθη ὁ νοῦς μου ἀπό τήν ματαιότητα τοῦ κόσμου,
καί δέν δύναται ν' ἀτενίσῃ πρός σέ μετά πόνου·
ἐψυχράνθη ἡ καρδία μου ἀπό τό πλῆθος τῶν πειρασμῶν,
καί δέν δύναται νά θερμανθῇ διά τῶν δακρύων τῆς πρός σέ ἀγάπης.

Ἀλλά σύ, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός μου, ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν,
δώρησαί μοι τελείαν μετάνοια,
καί καρδίαν ἐπίπονον, ἵνα ὁλοψύχως ἐξέλθω εἰς ἀναζήτησίν σου·
διότι ἄνευ σοῦ θέλω ἀποξενωθῆ ἀπό παντός ἀγαθοῦ.

Χάρισαί μοι λοιπόν, ὦ ἀγαθέ, τήν χάριν σου·
ὁ πατήρ, ὅστις σ' ἐγέννησεν ἐκ τῶν κόλπων αὐτοῦ ἀχρόνως καί ἀϊδίως,
ἄς ἀνανεώσῃ εἰς ἐμέ τάς μορφάς τῆς εἰκόνος σου·
σ' ἐγκατέλιπον, μή μ' ἐγκαταλείπῃς·
ἐχωρίσθην ἀπό σοῦ, ἔξελθε εἰς ἀναζήτησίν μου,
καί εὑρών εἰσάγαγέ με εἰς τάς νομάς σου,
καί συναρίθμησόν με μετά τῶν προβάτων τῆς ἐκλεκτῆς σου ποίμνης,
καί διάθρεψόν με μετ' αὐτῶν ἐκ τῆς χλόης τῶν θείων σου μυστηρίων,
τῶν ὁποίων ὑπάρχει κατοικητήριον ἡ καθαρά καρδία,
εἰς τήν ὁποίαν ἀναφαίνεται ἡ ἔλλαμψις τῶν ἀποκαλύψεών σου,
ἡ ὁποία ἔλλαμψις εἶναι παρηγορία καί ἀναψυχή τῶν κοπιόντων διά σέ ἐν θλίψεσι
καί διαφόροις ἀτιμίαις·
τῆς ὁποίας ἐλλάμψεως εἴθε ν' ἀξιωθῶμεν καί ἡμεῖς διά τῆς χάριτος καί φιλανθρωπίας σου,
τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς τους αἰῶνας τῶν αἰώνων".
Ἀμήν.

Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου-Μη δικαιολογείς την αδράνειά σου



Δεν υπάρχει πιο κρύο πράγμα από τον Χριστιανό που δεν σώζει άλλους. Δεν μπορείς εδώ να επικαλεσθείς την φτώχεια, διότι θα σε κατηγορήσει η χήρα που κατέβαλε τα δύο λεπτά… Δεν μπορείς να επικαλεστείς την ταπεινή σου καταγωγή, διότι και οι απόστολοι ήταν άσημοι και κατάγονταν από ασήμους. Δεν μπορείς να προβάλλεις την αγραμματοσύνη σου∙ κι εκείνοι ήταν αγράμματοι.
Ακόμη κι αν είσαι δούλος, κι αν είσαι δραπέτης, θα μπορέσεις να εκπληρώσεις το καθήκον σου, διότι και ο Ονήσιμος τέτοιος ήταν. Κοίταξε όμως πού τον καλεί και σε τι υψηλό αξίωμα τον ανεβάζει ο απόστολος ∙ «ίνα κοινωνή μοι», λέγει, «εν τοις δεσμοίς μου». Δεν μπορείς να προφασιστείς την ασθένεια , διότι και ο Τιμόθεος τέτοιος ήταν, είχε «πυκνάς ασθενείας»…
Δεν βλέπετε τα δένδρα τα άκαρπα πώς είναι γερά, πώς είναι ωραία, μεγάλα, λεία και ψηλά; Αλλά αν είχαμε κήπο, θα προτιμούσαμε να έχουμε ροδιές κι ελιές καρποφόρες παρά αυτά, διότι αυτά είναι για την τέρψη και όχι για την ωφέλειά μας∙ ελάχιστα ωφελούν. Τέτοιοι είναι οι χριστιανοί που φροντίζουν μόνο για τα δικά τους, ή μάλλον ούτε τέτοιοι, διότι αυτοί είναι για την φωτιά, ενώ τα καλλωπιστικά δένδρα χρησιμοποιούνται και για την οικοδόμηση και για την ασφάλεια των ιδιοκτητών.
Τέτοιες ήταν και οι πέντε παρθένες, αγνές βέβαια και κόσμιες και σώφρονες, αλλά σε κανέναν χρήσιμες, γι’ αυτό και κατακαίονται. Τέτοιοι είναι αυτοί που δεν έθρεψαν τον Χριστό. Πρόσεξε ότι κανείς απ’ αυτούς δεν κατηγορείται για προσωπικά του αμαρτήματα∙ δεν κατηγορείται ότι πόρνευσε ούτε ότι επιόρκησε, καθόλου, αλλά ότι δεν υπήρξε χρήσιμος στον άλλο… Πώς είναι χριστιανός τέτοιος άνθρωπος; Πες μου, αν το προζύμι που ανακατεύεται με το αλεύρι δεν μεταβάλει στη δική του φύση όλο το φύραμα, είναι προζύμι; Και, αλήθεια, το μύρο που δεν γεμίζει ευωδιά εκείνους που πλησιάζουν, θα το ονομάσουμε μύρο;
Μη πεις∙ μου είναι αδύνατον να παρακινήσω άλλους. Αν πράγματι είσαι χριστιανός, αδύνατο είναι το να μη συμβαίνει αυτό. Όπως αυτά που βλέπουμε στη φύση είναι αναντίρρητα, έτσι και τούτο∙ διότι στη φύση του χριστιανού βρίσκεται το πράγμα.
Μην υβρίζεις τον Θεό. Αν πεις ότι δεν μπορεί να φωτίζει ο ήλιος, τον ύβρισες∙ αν πεις ότι ο χριστιανός δεν μπορεί να ωφελεί, ύβρισες τον Θεό και τον είπες ψεύτη. Διότι είναι ευκολότερο να μη θερμαίνει και να μη χύνει φως ο ήλιος, παρά να μη φωτίζει ο χριστιανός ∙ είναι ευκολότερο να γίνει σκοτάδι το φως, παρά να συμβεί αυτό. Μη λες, λοιπόν, είναι αδύνατο, διότι αδύνατο είναι το αντίθετο. Μην υβρίζεις, λοιπόν, τον Θεό.
Αν ρυθμίσουμε σωστά τη ζωή μας , οπωσδήποτε θα συμβούν κι εκείνα και θα ακολουθήσουν σαν κάτι το φυσικό. Δεν είναι δυνατόν να μείνει κρυφό το φως του χριστιανού∙ δεν είναι δυνατόν να κρυφτεί μια τόσο φωτεινή λαμπάδα. Αν μην αμελούμε λοιπόν!

(Ιωάννου Χρυσοστόμου

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2012

Ο ΓΕΡΩΝ ΚΛΕΟΠΑΣ ΠΕΡΙ ΠΕΙΡΑΣΜΩΝ



του ενορίτου μας Νικολάου Βοϊνέσκου



Ρώτησαν κάποτε τον μακαριστό γέροντα Κλεόπα Ήλιε, από πόσα και ποιά μέρη πειράζεται ο χριστιανός; Τότε ο φημισμένος Ρουμάνος γέροντας έδωσε την παρακάτω σοφή και υπέροχη απάντηση.


Κατά την μαρτυρία του αγίου Μελετίου του Ομολογητού, ο χριστιανός πειράζεται εκ του διαβόλου από οκτώ μέρη:


1) Εκ των άνω μας πειράζει όταν με όλες τις δυνάμεις μας αγωνιζόμαστε χωρίς διάκριση για την απόκτηση των αρετώ . Δηλαδή, νηστεία μέχρι εξαντλήσεως, σωματικούς κόπους πάνω από τα κανονικά μέτρα αντοχής, αγρυπνία ολονύκτια και άλλα πνευματικά έργα τα οποία οδηγούν στην τελειότητα τότε και μόνον τότε, όταν γίνονται με διάκριση και όχι όταν γίνονται με αδιάκριτη υπερβολή.


2) Εκ των κάτω μας πειράζει ο διάβολος με την ακηδία και οκνηρία για την εκτέλεση των καλών έργων. Έτσι λοιπόν, αδυνατίζει η θέλησή μας, το λογιστικό μέρος της ψυχής μας, ο έλεγχος της συνειδήσεώς μας, η γενναιοψυχία και η επιμονή στην πνευματική πάλη.


3) Εξ αριστερών μας πειράζει ο διάβολος με τα κάθε είδους σωματικά πάθη. Όπως δηλαδή την μέθη, την γαστριμαργία, την φιλαργυρία, την οργή, το μίσος, την εκδίκηση, και κάθε σωματική και ψυχική κακία. Ονομάζονται έτσι, δηλαδή «εξ αριστερών», διότι έρχονται κατευθείαν από τον διάβολο και κάθε αγωνιστής αντιλαμβάνεται εύκολα αυτές τις παγίδες του πονηρού.


4) Εκ δεξιών μας πειράζει με τα ψυχικά πάθη και την υπερβολική ευαισθησία. Και αυτά δυστυχώς είναι δυσκολονόητα και δυσδιάκριτα και δυσθεράπευτα. Όπως π.χ. είναι η υπερηφάνεια, η αλαζονεία, το εγωιστικό θέλημα, η κενοδοξία, η μνησικακία, η έξαψη, η παρακοή, ο εγωισμός, η αίρεση, το σχίσμα, η βλασφημία, η υπερβολική εμπιστοσύνη στο έλεος του Θεού, η αμφιβολία, η απιστία, τα όνειρα, τα οράματα, η μαγεία κ.λπ. Αυτά τα πάθη (πού έχουν σαν θεμέλιο την υπερηφάνεια, από την οποία εξέπεσε και ο εωσφόρος στον Άδη) δύσκολα αναγνωρίζονται και θεραπεύονται. Γι’ αυτό και χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή σ’ αυτά τα πάθη.

ΠΩΣ ΘΑ ΣΩΘΟΥΜΕ










“Εσύ και ο εαυτός σου”


Στην αρχή του κεφαλαίου που πραγματεύεται τη σχέση μας με το Θεό, γράψαμε ότι απέναντι στον εαυτό σου πρέπει να έχεις καρδιά δικαστή. Και ένας ευσυνείδητος δικαστής διαθέτει δύο βασικά προσόντα: γνώση και θάρρος. Γνώση μέν, για να ξέρει τι πρέπει να κάνει σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με το νόμο, και θάρρος, για να κάνει αυτό που πρέπει χωρίς να φοβάται τίποτα και χωρίς να επηρεάζεται από κανέναν.



Στην αντιμετώπιση του εαυτού σου πρέπει να είσαι κι εσύ οπλισμένος με γνώση και θάρρος, για να κάνεις ό,τι πρέπει, σύμφωνα με το νόμο του Θεού, και μάλιστα με ανδρεία, χωρίς να φοβάσαι τους εχθρούς σου, ορατούς και αοράτους, και χωρίς να επηρεάζεσαι απ΄αυτούς.




Όπως ασφαλώς γνωρίζεις, είσαι δισύνθετος, αποτελείσαι δηλαδή από σ ώ μ α και ψ υ χ ή.




Πρέπει, λοιπόν, τόσο το σώμα, με όλα τα μέλη και τις αισθήσεις του, όσο και η ψυχή, με όλες τις ροπές και τις δυνάμεις της, να επιτελούν το αγαθό και τις αρετές, να υπηρετούν δηλαδή το σκοπό της σωτηρίας.




Πρώτα-πρώτα πρέπει να κυβερνάς το σώμα σου με αυστηρότητα, όχι με επιείκεια, υποχωρητικότητα στις απαιτήσεις του, ανοχή στη χαυνότητα και την οκνηρία του. Μάθε να ζεις με λιτότητα ή ακόμα και με στέρηση. Αγάπησε τη σκληραγωγία και τον αυτοέλεγχο στην τροφή, στον ύπνο και σ΄όλα τα αναγκαία του σώματος. Επιπλέον να προσέξεις την εξωτερική σου εμφάνιση και συμπεριφορά, γιατί και σ΄αυτό δίνουν μεγάλη σημασία οι άγιοι Πατέρες. Η σύνεση, η λεπτότητα, το μέτρο, η σεμνότητα και η αυτοσυγκράτηση να χαρακτηρίζουν την ενδυμασία, το βάδισμα, τις κινήσεις, τις συζητήσεις σου. Τίποτα να μήν κάνεις, που θα μπορούσε να σκανδαλίσει τους άλλους. Η παρουσία σου ανάμεσα στους ανθρώπους ας είναι πάντα προσεκτική, διακριτική, ταπεινή, ειρηνική και διδακτική, έτσι ώστε και εκείνοι να ωφελούνται και ο Θεός να δοξάζεται.










Η επιμελής φύλαξη των αισθήσεων του σώματος είναι απαραίτητη προϋπόθεση της πνευματικής σου υγείας και προκοπής. Για τις αισθήσεις, όμως, γράψαμε ήδη. Εδώ τώρα θ΄αναφερθούμε και στη φύλαξη της γλώσσας, με βάση τα σχετικά αγιογραφικά χωρία.




“Ο θάνατος και η ζωή είναι στην εξουσία της γλώσσας”, λέει ο Παροιμιαστής (18:21). Και δεν υπερβάλλει. Γιατί ποιος δεν ξέρει πόσο καλό αλλά και πόσο κακό μπορεί να κάνει η γλώσσα του ανθρώπου; Πράγματι, χαρίζει ζωή αλλά και σκορπίζει θάνατο.




Επομένως, πρέπει και αξίζει ν΄αγωνιστείς σκληρά για τη φύλαξη και τον έλεγχο της γλώσσας σου.




Τι ακριβώς, όμως, πρέπει να προσέξεις;


Η προσπάθειά σου θα επικεντρωθεί σε τέσσερα σημεία

α) στο τι θα πεις,

β) στο πώς θα το πεις,

γ) στο πότε θα το πεις και.

δ) στο κίνητρο και το σκοπό που έχεις.




Σχετικά με το πρώτο σημείο, πρέπει να βρίσκεσαι σε διαρκή επιφυλακή, ώστε να μη βγαίνει από το στόμα σου κανένας κακός και βλαβερός λόγος, παρά μόνο καλός και ωφέλιμος, που να οικοδομεί πνευματικά όσους τον ακούνε, όπως συμβουλεύει ο απόστολος Παύλος: “Κανένας βλαβερός λόγος ας μη βγαίνει από το στόμα σας, παρά μόνο ωφέλιμος, που να μπορεί να οικοδομήσει, όταν χρειάζεται, και να κάνει καλό σ΄αυτούς που τον ακούνε” (Εφ. 4:29). Έτσι, η γλώσσα σου δεν πρέπει να εκτρέπεται ποτέ σε αισχρολογίες, κουτσομπολιά, συκοφαντίες, ματαιολογίες, ψέματα, κολακείες και άλλα παρόμοια, πού ασφαλώς γνωρίζεις. Προπαντός να προσέχεις, ώστε ν΄αποφεύγεις δύο πολύ σοβαρά αλλά και πολύ συνηθισμένα αμαρτήματα της γλώσσας, στα οποία συνεχώς πέφτουν οι περισσότεροι άνθρωποι: την καύχηση και την κατάκριση. Επίσης, αν σου εμπιστεύθηκαν κάποιο μυστικό, εφόσον δεν πρόκειται για κάτι εφάμαρτο αυτό καθεαυτό ή με εφάμαρτες συνέπειες, δεν πρέπει να το φανερώσεις ποτέ.









Σχετικά με το δεύτερο σημείο, το πώς θα πεις κάτι, πρέπει να ξέρεις ότι τα λόγια σου, όσο σωστά κι αν είναι, θα γίνονται αποδεκτά από τους άλλους μόνο αν τους τα απευθύνεις με πραότητα, αγάπη και καλοσύνη -όχι με οργή, βιαιότητα και υψηλοφροσύνη.




Ας έρθουμε στο τρίτο σημείο, στο πότε θα μιλήσεις. Και σ΄αυτό χρειάζεται προσοχή και διάκριση. Γιατί, όπως λέει ο σοφός Σειράχ (20:19-20), όσο αποκρουστικός είναι ένας αγροίκος άνθρωπος, άλλο τόσο κι ένας λόγος που λέγεται σε ακατάλληλο καιρό. Ακόμα κι ένα σοφό γνωμικό, όταν λέγεται άκαιρα, δεν πιάνει τόπο.




Ως προς το τέταρτο, τέλος, σημείο, δηλαδή τα κίνητρα και τους σκοπούς των λόγων σου, καταλαβαίνεις, ασφαλώς, ότι πρέπει να σε χαρακτηρίζει πάντοτε η ευθύτητα, η απλότητα, η ειλικρίνεια και η ανιδιοτέλεια. Ό,τι θα πεις, να προέρχεται από άδολη συνείδηση και αγαθή προαίρεση. Να μη λες λόγις που δεν πιστεύεις, γιατί αυτό είναι υποκρισία. Να μην παριστάνεις το σοφό, γιατί αυτό δείχνει ματαιοδοξία. Εσύ να επιδιώκεις, με όσα λες, τη δόξα του Θεού και την ωφέλεια του πλησίον.




Μετά τις σωματικές αισθήσεις και τη γλώσσα, πρέπει ν΄αναφερθούμε και στις ψυχικές δυνάμεις, δηλαδή τις ροπές και τις κινήσεις της ψυχής, λ.χ. αγάπη, μίσος, χαρά, λύπη, επιθυμία, θυμό, κ.λ.π. Οι ψυχικές δυνάμεις κατανέμονται σε τρεις κατηγορίες, που αντιστοιχούν στα τρία μέρη της ψυχής, το λογιστικό (νους), το θυμικό (καρδιά, συναίσθημα) και το επιθυμητικό (βούληση).




Όλα τα πάθη από δω ξεκινούν και από δω τρέφονται.




Από το λογιστικό, η υπερηφάνεια, η βλασφημία, η απιστία, η αίρεση κ.τ.ό.




Από το θυμικό, το μίσος, η μνισικακία, ο φθόνος, η ασπλαχνία κ.τ.ό.




Από το επιθυμητικό, η φιλαργυρία, η γαστριμαργία και η πορνεία.




Εδώ, λοιπόν, είναι η ρίζα και η δύναμη της αμαρτίας. Εδώ βρίσκει ο διάβολος τα όπλα, με τα οποία σε πολεμάει. Εδώ είναι οι πτώσεις και οι νίκες -οι πτώσεις των χαύνων και των ράθυμων και των αμελών, και οι νίκες των γενναίων αθλητών του Χριστού. Εδώ κατορθώνεται όλη η αρετή, με το να δαμάσεις και να χαλινώσεις τα άγρια κι ανήμερα τούτα θηρία, τα πάθη. Αυτός είναι ο αμπελώνας, που έχεις να σκάβεις και να φροντίζεις καθημερινά. Αυτός είναι ο κήπος, απ΄όπου θα ξεριζώνεις με επιμέλεια τα ζιζάνια και θα φυτεύεις τις αρετές. Αυτό είναι το άρμα, όπου εσύ, σαν άλλος ηνίοχος, με τη δύναμη του νου και με χαλινάρια τους καλούς λογισμούς, θα συγκρατείς τα πάθη, θα εξουσιάζεις τις ψυχικές δυνάμεις και θα τις κατευθύνεις στο αγαθό.




Σε τούτο βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στα παιδιά του Θεού και στους δούλους του κόσμου, ανάμεσα στους πνευματικούς και τους σαρκικούς ανθρώπους: Οι πρώτοι πιστεύουν και υπακούνε στον Κύριο και στις εντολές Του, οι δεύτεροι, υπακούνε στις επιθυμίες της σάρκας, στις υποβολές του πονηρού, στις επιταγές του κόσμου, στις ροπές των παθών.




Ο αληθινός χριστιανός, με την πνευματική γνώση και την αγαθή προαίρεση και τον θείο έρωτα, αγωνίζεται και νεκρώνεται ως πρός την αμαρτία και τα πάθη.








Γι΄αυτή τη νέκρωση των παθών, πρέπει να ξέρεις ότι σου χρειάζονται




α) η ταπείνωση της καρδιάς,

β) η υλική και πνευματική πτωχεία και

γ) το άγιο μίσος για τον εαυτό σου.




Η ταπείνωση της καρδιάς αποκτάται



α) με την αυτογνωσία, δηλαδή τη γνώση και την παραδοχή της μηδαμινότητος και της αμαρτωλότητός σου

β) με τους σωματικούς κόπους, εφόσον καταβάλλονται με επίγνωση του σκοπού τους,

γ) με την πρόθυμη αποδοχή των ύβρεων, εξευτελισμών, καταφρονήσεων και χλευασμών,

δ) με το να βάζεις τον εαυτό σου πάντα στην τελευταία θέση, κάτω απ΄όλους, και να τον θεωρείς χειρότερο απ΄όλους,

ε) με το να κόβεις, σε κάθε περίσταση, όλα τα κλαδιά και τις εκδηλώσεις της υπερηφάνειας, και

στ) με την αδιάλειπτη προσευχή.













Η υλική και πνευματική πτωχεία συνδέεται στενά με την ταπείνωση. Είναι η εκούσια καταφρόνηση όλων των επίγειων πραγμάτων, των απολαύσεων, των τιμών και της δόξας για χάρη του Χριστού. Η διπλή αυτή πτωχεία, η συνειδητή και εκούσια, χαρίζει στον άνθρωπο ανέκφραστη εσωτερική ανάπαυση και καρδιακή ειρήνη. Επειδή η αληθινή ανθρώπινη ευδαιμονία έχει την αρχή της στην κατάπαυση των επιθυμιών του κόσμου τούτου, όποιος φτάνει σ΄αυτό το σημείο, αρχίζει να προγεύεται ήδη την ουράνια μακαριότητα.




Το άγιο μίσος για τον εαυτό σου δεν αποτελεί, όπως ίσως θα νομίσεις, φραστικό σχήμα παράδοξο ή οξύμωρο. Είν΄εκείνο που είπε ο Κύριος: “Αυτός πού αγαπάει τη ζωή του, θα τη χάσει, κι αυτός που δεν λογαριάζει τη ζωή του στον κόσμο αυτό, θα τη φυλάξει για την αιώνια ζωή” (Ιω. 12:25). Εδώ δεν πρόκειται για το εφάμαρτο και ολέθριο μίσος που έχουν εναντίον του εαυτού τους οι απελπισμένοι άνθρωποι, και πού συχνά τους οδηγεί ως την αυτοκτονία, αλλά για το σωτήριο μίσος που είχαν οι άγιοι εναντίον του αμαρτωλού και εμπαθούς εαυτού τους, εναντίον του σαρκικού φρονήματος. Αυτό το μίσος τους έκανε να ταλαιπωρούν τη σάρκα τους με σκληρές ασκήσεις και να υποδουλώνουν το σώμα στο πνεύμα, για να μή γίνεται εμπόδιο στην πνευματική τους προκοπή και τελείωση. Αυτό το μίσος θα σε βοηθήσει κι εσένα πολύ στον αγώνα σου για την απονέκρωση των παθών και την πνευματική σου αναγέννηση.

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2012

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: "Συγχωρείς τους άλλους";



Αν σου πω, νήστεψε

πολλές φορές μου προβάλλεις

ως δικαιολογία

την ασθένεια του σώματος.

Αν σου πω, δώσε στους φτωχούς
μου λες ότι είσαι φτωχός

και έχεις να αναθρέψεις παιδιά.

Αν σου πω, να έρχεσαι στις συνάξεις της Εκκλησίας
μου λες, έχω διάφορες μέριμνες.

Αν σου πω, πρόσεχε αυτά που λέγονται στην Εκκλησία
και κατανόησε το βάθος των λόγων του Θεού

μου προβάλλεις ως δικαιολογία την έλλειψη μορφώσεως.

Αν σου πω, φρόντισε να βοηθήσεις ψυχικά τον αδελφό σου
μου λες ότι δεν υπακούει όταν τον συμβουλεύω

αφού πολλές φορές του μίλησα και περιφρόνησε τα λόγια μου.

Βέβαια, δεν ευσταθούν οι προφάσεις αυτές

και όλα αυτά είναι χλιαρά λόγια

αλλά, παρά ταύτα,

μπορείς να προφασίζεσαι.

Αν όμως σου πω, άφησε την οργή και συγχώρεσε τον αδελφό σου

ποια από τις προφάσεις αυτές μπορείς να χρησιμοποιήσεις;

Διότι, νομίζω, δεν μπορείς να φέρεις ως πρόφαση

ούτε ασθένεια σώματος,

ούτε φτώχεια, ούτε αμάθεια,

ούτε απασχόληση και μέριμνα,

ούτε τίποτε άλλο.

Γι’ αυτό, απ’ όλες σου τις αμαρτίες,

αυτή η αμαρτία θα σου είναι ασυγχώρητη.

Αλήθεια, πως θα μπορέσεις να υψώσεις τα χέρια σου στον Ουρανό;

Πως θα κινήσεις τη γλώσσα σου να προσευχηθείς;

Πως θα ζητήσεις συγγνώμη;

Ακόμη κι αν θέλει ο Θεός να σου συγχωρέσει τις αμαρτίες

δεν Του το επιτρέπεις εσύ,

επειδή δεν συγχωρείς τις αμαρτίες του αδελφού σου.

Διότι, αν συ ο ίδιος εκδικηθείς και επιτεθείς εναντίον του

είτε με λόγια

είτε με ανάλογες συμπεριφορές

είτε με κατάρες
ο Θεός δεν θα επέμβει πλέον, αφού εσύ ανέλαβες την τιμωρία Του.

Και όχι μόνο δεν θα επέμβει, αλλά και από σένα θα ζητήσει λόγο

διότι φέρθηκες υβριστικά προς Αυτόν.

Mέ τούς πειρασμούς δοκιμάζεται καί τελειοποιεῖται ἡ ψυχή τοῦ χριστιανοῦ



(Από τον Ευεργετινό)
Ένας Γέροντας μου διηγήθηκε, πως κάποιος αδελφός που έμενε στην Αίγυπτο, περπατούσε κάποτε στη δημοσιά. Και σαν τον βρήκε η νύχτα κι’ έκανε κρύο τσουχτερό, μπήκε σ’ ένα νεκροταφείο που είδε και τρύπωσε μέσα σ’ ένα μνήμα, για να πλαγιάσει και για ν’ αποφύγει και την ψύχρα.
Περνούσαν λοιπόν απ’ έξω δυο δαίμονες, κι’ όταν τον πήραν είδηση πως ήταν εκεί, είπε ο ένας στον άλλο. -Κοίταξε να δεις ιδιοτροπία που την έχει ο καλόγερος αυτός! Μέσα στο μνημείο μπήκε για να πλαγιάσει! Πάμε λοιπόν να τον πειράξουμε και να τον τρομάξουμε;
Κι’ ο άλλος του αποκρίθηκε” -Γιατί να τον τρομάξουμε; Δεν υπάρχει κανένας λόγος. Αυτός είναι που είναι δικός μας. Τα κάνει όλα” και τρώει, και πίνει, και καταλαλεί και δεν πατά και το πόδι του στις ιερές ακολουθίες. Γιατί λοιπόν να χάνουμε το καιρό μας μαζί του; Καλύτερα δεν είναι να πάμε να πειράξουμε, άλλους που μας ταλαιπωρούν με τις νηστείες τους, και με τις προσευχές τους, και με το πόλεμο που μας κάνουν αδιάκοπα, νύχτα και ήμερα; …; …;
Ένας άλλος πάλι αδελφός, που πειραζόταν σκληρά από τούς δαίμονες, πήγε σε κάποιο Γέροντα και του ανιστόρησε τα βάσανά του και τους πειρασμούς του. Κι ο Γέροντας του είπε” -Να μη σε τρομάζουν καθόλου οι πειρασμοί που σου συμβαίνουν. Γιατί είναι φυσικό, πως όσο βλέπουν οι εχθροί τη ψυχή σου ν’ ανεβαίνει και να συνομιλεί με το Θεό, τόσο τους τρώει η κακία και τόσο περισσότερο σκυλιάζουν. Kαι να ξέρεις, πως στις ώρες που πειράζεσαι δεν είσαι μόνος, αλλά σε παραστέκουν οι άγγελοι του Θεού, για να σε βοηθήσουν και να σε συντρέξουν στη δοκιμασία σου. Νάχεις λοιπόν και συ το νου σου σ’ αυτούς και να τους γνεύεις και να τους ζητάς, με ταπείνωση, να σε βοηθήσουνε. Κι’ όταν το κάνης αυτό, και σκέφτεσαι πως ο εχθρός δεν σταματά ποτέ τον πόλεμο του, και πως είναι σκληρός και δυσκολοπολέμητος, κι’ ότι εμείς είμαστε ανήμποροι, ο Θεός τότε θα σε βοηθήσει και θα σε συντρέξει το γρηγορότερο,..
Γιατί, όπως έλεγε ο άγιος Εφραίμ, με τους πειρασμούς δοκιμάζει ο Θεός τις ψυχές, αν τον αγαπούν, για όχι, και μέσα στις δοκιμασίες φανερώνονται, αν είναι άξιες ή ανάξιες. Κάθε ψυχή λοιπόν που θέλει να γίνει ευάρεστη στο Θεό, πρέπει να υπομένει το καθετί με γενναιότητα, και νάχει ασάλευτη την ελπίδα της στο Θεό. Και μόνο με αυτό τον τρόπο θα μπορέσει και ν’ αντέξει, να προσπεράσει και να νικήσει  τον πόλεμο του εχθρού. Γιατί πρέπει να ξέρουμε πως ο Θεός δεν  επιτρέπει να βασανίζεται τόσο μια ψυχή που ελπίζει σ’ Αυτόν, ώστε να γονατίζει και να πέφτει, γιατί το φορτίο που σηκώνει, είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ αυτό που θα μπορούσε να βαστάξει. Ούτε κι’ ο εχθρός έχει τη δύναμη να ταλαιπωρεί και να καταθλίβει μια ψυχή, όσο θέλει” αλλά όσο μόνο του επιτρέπει ο Θεός. Γιατί ο Πλάστης μας, σαν παντογνώστης που είναι ξέρει, σε πόση φλόγα και σε πόση δοκιμασία μπορεί να μπει μια ψυχή. Κι’ ως αυτό το σημείο μονάχα επιτρέπει να δοκιμάζεται.
Ένας αγγειοπλάστης, όταν φτιάξει τα τσουκάλιά του, ξέρει πόσο καιρό πρέπει να τ’ αφήσει μέσα στο καμίνι” γιατί βέβαια, αν δεν μπούνε στη φωτιά κι’ αν δεν ψηθούν, δεν μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν oι άνθρωποι. Κι’ ούτε τ’ αφήνει πολύ μέσα στη φωτιά” γιατί άμα καούν πολύ καταστρέφονται” ούτε πάλι τα βγάζει από το καμίνι λειψά και άψητα, γιατί έτσι γίνονται άχρηστα. Μα και τα ζώα μας δεν τα παραφορτώνουμε ποτέ” παρά κατά τη δύναμη που έχει το καθένα, του βάζομε και ανάλογο το φορτίο. Κι’ όλα τα καράβια επίσης έχουν εξωτερικά σημάδια, που μας δείχνουν πόσο φορτίο μπορούν να πάρουν, για   να ταξιδεύουν ακίνδυνα.
Αν λοιπόν ο Θεός έδωσε τόση γνώση στους ανθρώπους, πού γι’ αυτά τα μάταια πράγματα να ξέρουν το πως να τα διοικούν, Αυτός που είναι ο χορηγός κάθε σοφίας και κάθε σύνεσης, δεν ξέρει άραγε, πόση δοκιμασία χρειάζεται μια ψυχή που θέλει να τον ευχαριστήσει, για να γίνει άξια για τη Βασιλεία των Ουρανών;
Το καννάβι για να γίνει νήμα λεπτό, πρέπει πρώτα να το κοπανίσουν. Και μάλιστα, όσο περισσότερο κοπανίζεται και ξαίνεται, τόσο και γίνεται λεπτότερο και καθαρότερο το νήμα του. Έτσι και η φιλόθεη ψυχή, όσο περισσότερο δοκιμάζεται και θλίβεται, τόσο και γίνεται, με την υπομονή της, καθαρότερη και αγνότερη και καταλληλότερη για τους πνευματικούς αγώνες, που χάρη σ’ αυτούς κληρονομούμε τα επουράνια αγαθά στην απέραντη αιωνιότητα …;

Τρίτη, 7 Αυγούστου 2012

Μικρός λόγος για όσους προσμένουν το έλεος του Θεού


Από το γεροντικό


«Έλεγεν πάλιν ο Αββάς Ησαΐας, ότι εάν θέλη ο Θεός ψυχήν ελεήσαι, αυτή δε αφηνιάζει και ουκ ανέχεται, αλλά το θέλημα αυτής ποιεί, συγχωρεί αυτήν παθείν άπερ ου θέλει, ίνα ούτως αυτόν επιζητήση».
Ο γέροντας ασκητής προσπαθεί ν' απαντήσει με τη διακριτική σοφία του στις εσωτερικές ανησυχίες και τους προβληματισμούς μας:
Πόσο ανεξιχνίαστες είναι οι παρεμβάσεις του Θεού στην ανθρώπινη πορεία!
Πόσο παράξενοι, πόσο αλλιώτικοι είναι οι δρόμοι των ανθρώπων για να φτάσουν στη σωτηρία!
Ο Θεός επισκέπτεται την ψυχή, άλλοτε σαν «πνοή αύρας λεπτής» κι άλλοτε σαν «συσσεισμός». Την ελκύει μ' ένα χάδι πατρικής στοργής ή τη συνεφέρνει μ' ένα δυνατό χτύπημα.
Τη συναντάει σε κάποιο «φρέαρ του Ιακώβ» να της αποκαλύψει μεγάλες αλήθειες ή κοντά στην «κολυμβήθρα του Σιλωάμ» να τη θεραπεύσει.
Άλλοτε την προσάγουν σ' Αυτόν κάποιοι μαθητές Του ή την «πληγώνει» στα βάθη της ένας ασίγαστος πόθος, έως ότου Τον γνωρίσει, για ν' αναπαυθεί και να φωνάξει μέσα στην ευτυχία της: «Χαρά, χαρά, πλημμύρα χαράς»!
Όμως, λέγει ο άγιος ερημίτης, μερικές φορές, ενώ ο Θεός θέλει να ελεήσει την ψυχή, αυτή σαν τα ατίθασα άλογα αφηνιάζει, αντιδρά, δεν ανέχεται την παιδαγωγία Του, όταν μάλιστα την κάνει να πονάει.
Θεωρεί δέσμευση το νόμο Του, στέρηση της ελευθερίας της και κάνει το θέλημά της.
Τότε ο μεγάλος Παιδαγωγός επιτρέπει να πάθει εκείνο που δε θέλει, ώστε έτσι να συλλάβει την ένδειά της, την αμαρτωλότητα, το χάος μακριά από τη θεία παρουσία και να Τον επιζητήσει.
Σκληροί δρόμοι για να φτάσει κανείς στο Θεό!

Ο Αββάς Μακάριος λέγει:
«Ο Κύριος οίδε τα συμφέροντα και ποιεί μεθ' ημών έλεος».
Εμείς ας Τον παρακαλούμε: «Κύριε, ως θέλεις και ως οίδας ελέησόν με».

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2012

Ο Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος ο Κύπριος



Ανάμεσα στις νεότερες ιερές μορφές της Κύπρου ξεχωριστή θέση έχει ο νεομάρτυρας Γεώργιος, που μαρτύρησε στην Πτολεμαΐδα της Παλαιστίνης, τη σημερινή Άκκρα, ημέρα παρασκευή τις 25η Απριλίου του 1752. Το αγιολογιό του γράφει ως εξής:
Ποίοι ήταν οι γονείς του και ποιος ο τόπος που γεννήθηκε και μεγάλωσε, δεν ξέρουμε. Αυτό που ξέρουμε είναι πως ο Γεώργιος από μικρός ξεχώριζε απ' όλα τα συνομήλικα του παιδιά στη συμπεριφορά και τον χαρακτήρα. Η βαθιά του θρησκευτικότητα, η καλοσύνη κι η προθυμία του να εξυπηρετήσει τους άλλους ήταν κάτι το συγκινητικό. Αυτή η διαγωγή του είναι μια δυνατή ένδειξη, ότι κι οι γονείς του πρέπει να είχαν "μόρφωσιν ευσέβειας". Μέσα στα πυκνά εκείνα σκοτάδια της μαύρης σκλαβιάς η καρδιά τους πρέπει να ήταν αδούλωτη, μα και πάντα όρθια. Με αυτό το πνεύμα με επιμέλεια κι ενδιαφέρον αγωνίστηκαν να το μεταδώσουν στο παιδί τους τ' αγαπημένο. Έτσι μεγάλωσαν το παιδί τους, το Γεώργιο. Από αυτή την ηλικία ακόμη συνήθισε, όπως θα μας δείξει η κατοπινή ζωή του, να εμπιστεύεται τα πάντα στην προστατευτική πρόνοια του Θεού.
Πολύ νωρίς, η επιθυμία του να βοηθήσει την οικογένεια του να ζήσει κάπως καλύτερα, τον έκαμε να ξενιτευτεί. Ένα καράβι που βρήκε σε κάποιο λιμάνι του νησιού μας τον μετέφερε στην Πτολεμαΐδα της Παλαιστίνης, τη σημερινή Άκκρα. Εκεί χάρη στα ιδιαίτερα χαρίσματα του (ο Γεώργιος δεν ήταν μόνον ενάρετος νέος, μα κι ωραίος στην όψη και μεγαλοπρεπής στην όλη εμφάνιση) βρήκε δουλειά σ' ένα ευρωπαϊκό προξενείο. Προσλήφθηκε στην υπηρεσία του προξένου για να εκτελεί διάφορα θελήματα.
Σεμνός κι εργατικός όπως ήταν, μα και πρόθυμος κι ευγενικός σε ό,τι του ανέθεταν, γρήγορα ο νεαρός Γεώργιος απέσπασε την εκτίμηση του προξένου, που μέσα στα καθήκοντα που του ανέθεσε ήταν και το του φροντιστού των τροφίμων για το προξενείο. Έξυπνος και προσεχτικός ο νέος μας έκαμνε τη δουλειά του με πολλή επιμέλεια. Κάτι περισσότερο. Ποτέ δεν άφηνε τον ψυχικό του κόσμο να μολυνθεί από τίποτε. Έτσι περνούσε ο καιρός και το μέλλον φαινόταν να του χαμογελά γλυκό.
Για την ικανοποίηση των αναγκών του προξενείου σε τρόφιμα ο καλός οικονόμος φρόντιζε να βρίσκει πάντα ό,τι καλύτερο. Η επιθυμία του αυτή τον οδήγησε να επισκέπτεται κάθε μέρα το σπίτι κάποιας Τούρκισσας φτωχής και να προμηθεύεται από αυτήν τα αυγά που χρειαζόταν. Η Τούρκισσα είχε και κόρη η οποία με τον καιρό απέκτησε τα θάρρος κι έβγαινε και μιλούσε στον νέο με κάποια οικειότητα. Αυτό το έκανε κι όταν έλειπε από το σπίτι η μητέρα της.
Η προτίμηση όμως του νέου να αγοράζει τα αυγά μόνο από τη γυναίκα εκείνη έκανε τις άλλες Τούρκισσες να ζηλέψουν και να ζητούν τρόπο να εκδικηθούν το παλληκάρι. Κι η ευκαιρία δόθηκε.
Μια μέρα που ο Γεώργιος πήγε στο σπίτι να πάρει αυγά κι η μητέρα της κόρης συνέβη να απουσιάζει, οι γειτόνισσες συνεννοήθηκαν μεταξύ τους κι όρμισαν στο σπίτι. Άρπαξαν το παλικάρι από τα χέρια και τα ενδύματα κι άρχισαν να το βρίζουν και να λένε, πώς το άκουσαν να προσπαθεί με τα λόγια του να παρασύρει την κόρη στα δίχτυα του. Για να πετύχει δε τους σκοπούς του, της υποσχέθηκε ακόμη και να τουρκέψει, για να την πάρει σύζυγο του. Στις φωνές των γυναικών έτρεξε κι ένα πλήθος από Αγαρηνούς, που έσμιξαν κι αυτοί τις κατηγορίες τους. Η κατάσταση έγινε τρομερά εκρηκτική. Τη στιγμή εκείνη, που η ζωή του παλικαριού κρεμόταν από μια κλωστή, κάποια φωνή που ακούστηκε από το πλήθος, έδωσε μια προσωρινή διέξοδο στη σύγχυση:
- Στο δικαστήριο. Να τον πάμε στο δικαστήριο. Αυτό θ' αποφασίσει τι να τον κάμουμε.
Η πρόταση, ανέλπιστα, έγινε απ' όλους δεκτή. Και το παλικάρι σε λίγο βρισκόταν στην αίθουσα του δικαστηρίου. Ο δικαστής, ένας μεσόκοπος Τούρκος με πρόσωπο συνοφρυωμένο και το σαρίκι του γερμένο προς τα πίσω από την ταραχή του για όσα ο εσμός των Αγαρηνών καταμαρτυρούσε ενάντια στο ανέλπιστο θύμα, κτύπησε δυνατά ένα κουδούνι που βρισκόταν μπροστά του. Έτσι, αφού με τον τρόπο αυτόν επέβαλε τη σιωπή, ύστερα με φωνή βραχνή από την άφθονη χρήση του ποτού και του τσιγάρου φώναξε κι είπε:
- Τι έχεις να πεις, πέ γκιαούρ, γι' αυτά που σε κατηγορούν; Τι; Η προσπάθεια σου να ξεμυαλίσεις το κορίτσι και να το παρασύρεις στο κακό, μόνο με ένα τρόπο μπορεί να διορθωθεί. Να ασπαστείς τη θρησκεία του μεγάλου προφήτου και να την παντρευτείς.
- Μα είναι ψέματα, όλα αυτά που με κατηγορούν, πήγε να πει το παλικάρι, άλλα δεν πρόφτασε. Η φωνή του δικαστή τον διέκοψε και πάλι:
- Για σένα, τζάνουμ, είναι μεγάλη τιμή ένας τέτοιος γάμος. Πολλά θα 'χεις να κερδίσεις. Χρήματα, σπίτια, κτήματα, θέσεις... Ό,τι ποθεί η ψυχή σου, θα το βρεις κοντά μας...
- Μα εγώ δεν ζητώ χρήματα και θέσεις ψέλλισε το παλικάρι. Είμαι χριστιανός και θέλω να μείνω χριστιανός.
Η παρρησία με την οποία ο νέος πρόφερε τις τελευταίες λέξεις ήχησαν τόσο δυσάρεστα, που το πλήθος, λες κι είχε πάθει ηλεκτροπληξία. Μονομιάς άρχισε να βρίζει και ν' απειλεί με χειρονομίες. Ο δικαστής κτύπησε πάλι το κουδούνι. Κι ύστερα με φωνή τρεμουλιαστή από την αγανάκτηση έδωκε εντολή να, ξυλοκοπήσουν τον ομολογητή σκληρά και να τον ρίξουν στη φυλακή. Πίστεψε πώς με τα βασανιστήρια θα πετύχαινε αυτό, που δεν κατώρθωσε με τις δελεαστικές υποσχέσεις.
Οι Τούρκοι στρατιώτες, χωρίς να περιμένουν δεύτερη κουβέντα, πήραν τον νεαρό μάρτυρα κι άρχισαν να τον κτυπούν με τη συνήθη βαρβαρότητα κι αγριάδα. Το αίμα τρέχει άφθονο από το νεανικό κορμί. Η ψυχή όμως δεν κάμπτεται. Μένει αλύγιστη. Σε λίγο μισολιπόθυμο τον παίρνουν και τον πετάνε σε μια σκοτεινή κι υγρή φυλακή.
Όταν αργότερα ο νέος συνήλθε από τους πόνους, σηκώθηκε. Με εμπιστοσύνη απόλυτη στην Πρόνοια του Θεού γονάτισε και με δάκρυα στα μάτια προσευχήθηκε. Η μέρα τον βρήκε ακόμη γονατιστό να προσεύχεται. Γονατιστό τον βρήκαν κι οι φύλακες που κάποια στιγμή άνοιξαν και πάλι τη βαριά πόρτα της φυλακής και μπήκαν μέσα. Με βρισιές τον σήκωσαν. Τον έσυραν έξω και με ειρωνείες και κτυπήματα τον οδήγησαν στο δικαστήριο. Εκεί η ίδια διαδικασία. Υποσχέσεις στην αρχή. Πλούσιες υποσχέσεις.
- Είσει τυχερός. Πολύ τυχερός γκιαούρ, του είπε με ύφος μελιστάλαχτο ο δικαστής. Πες μόνο πώς δέχεσαι να γίνεις μουσουλμάνος. Κι αμέσως ό,τι θέλει η καρδιά σου, θα το έχεις.
-Αγά μου. Οι προτάσεις σου δεν με συγκινούν. Τα καμώματα σου τα αηδιάζω. Είμαι χριστιανός και θα μείνω χριστιανός. Κάνε ό,τι θέλεις. Μην χάνεις τον καιρό σου.
Ο δικαστής άναψε. Τα μάτια του έγιναν κατακόκκινα απ' τον θυμό. Ακούς εκεί! Ένας γκιαούρης, ένα σκουλήκι να έχει τέτοια τόλμη! Θα του δείξω εγώ, είπε τρίζοντας τα δόντια. Κι αφού στράφηκε στους Αγαρηνούς, που είχαν γεμίσει την αίθουσα του δικαστηρίου, φώναξε:
- Πάρτε τον και σκοτώστέ τον.
Οι Τούρκοι στρατιώτες πήραν τον νέο και τον έσυραν έξω από το δικαστήριο. Την ώρα εκείνη έβγαιναν απ' το τζαμί που ήταν κοντά στην παραλία κι άλλοι Τούρκοι. Πλησίασαν κι αυτοί. Έβαλαν στη μέση τον μάρτυρα, που ήταν σιδηροδέσμιος, κι άρχισαν να τον καλούν για τελευταία φορά ν' αλλαξοπιστήσει. Για να τον τρομοκρατήσουν δε ανέσυραν και τις πιστόλες τους και τον απειλούσαν. Ο φλογερός νέος, αντλώντας ακόμη μια φορά δύναμη από τον Πρωτομάρτυρα του Γολγοθά, σήκωσε ψηλά τα αλυσοδεμένα χέρια του και μ' όλη τη θέρμη της ψυχής του αναφώνησε:
- Εγώ Ρωμιός γεννήθηκα, Ρωμιός εννά πεθάνω. Κύριε Ιησού Χριστέ, δέξου το πνεύμα μου κι αξίωσε με της Βασιλείας σου...
Την ίδια στιγμή όλοι οι Τούρκοι άδειασαν επάνω στο παλικάρι τις πιστόλες τους. Ο μάρτυρας έπεσε κάτω νεκρός. Η μανία τους όμως ήταν τέτοια, που δεν κορέστηκε με τον θάνατο του θύματος. Τουναντίον. Μόλις είδαν το παλικάρι νεκρό στη γη, τράβηξαν απ' τη μέση τα μαχαίρια τους και χύθηκαν κατά πάνω του. Σαν μανιασμένες ύαινες άρχισαν να το χτυπούν και να το κομματιάζουν.
Δεν είχαν ακόμη κορέσει το πάθος τους, όταν ξαφνικά η γαλήνια θάλασσα, που βρισκόταν σε αρκετή απόσταση από το κομματιασμένο κορμί, φούσκωσε με μιας. Αγρίεψε, πλημμύρισε και ξεχύθηκε μέχρι το λείψανο. Εδώ τα κύματα σταματούσαν και με σεβασμό λες, έμεναν και ξέπλεναν το τίμιο αίμα από το άγιο κορμί. Η θάλασσα σ' αρκετή απόσταση από την ακρογιαλιά είχε γίνει κατακόκκινη. Την ίδια ώρα άλλα κύματα αφρισμένα περνούσαν τους τοίχους του τζαμιού κι απειλούσαν να το κατακρημνίσουν.
Οι Τούρκοι μπροστά στο θέαμα αυτό έτρεξαν τρομαγμένοι και κάλεσαν τους χριστιανούς απ' την πόλη, να 'ρθουν και να πάρουν το λείψανο και να το θάψουν, όπως συνήθιζαν. Οι χριστιανοί ήρθαν. Με δάκρυα στα μάτια παρέλαβαν το τιμημένο, μα κομματιασμένο αθλητικό κορμί και το 'φεραν στον ιερό ναό της Πτολεμαϊδος. Εκεί το έθαψαν με μεγάλη ευλάβεια. Ύστερα από τον ενταφιασμό του ένα μεγάλο θαύμα.
Επί τρεις ολόκληρες νύχτες μια στήλη πύρινη που ανέβαινε από τον τάφο του μάρτυρος κι έφτανε μέχρι τον ουρανό, φώτιζε μ' ένα γλυκό ιλαρό φως ολόκληρη την πόλη. Για ανάμνηση παντοτινή του θαύματος αυτού, κάθε Παρασκευή οι χριστιανοί που μένουν στα μέρη αυτά, ξεκινούν και πάνε στον τάφο του αλύγιστου ομολογητή και φέρνουν κεριά και λαμπάδες και θυμιάματα, που τα καίνε εκεί με σεβασμό και τιμές. Έτσι επαναλαμβάνεται τρόπον τίνα η πλημμύρα του φωτός. Συγχρόνως όμως και θαύματα πολλά γίνονται κάθε φορά σ' εκείνους που, με σεβασμό και πίστη, επικαλούνται τη βοήθεια του.
Στις 13 του Απρίλη του 1967 τα λείψανα του νεομάρτυρα μεταφέρθηκαν με πολλές τιμές απ' την Πτολεμαϊδα στη Λευκωσία της Κύπρου. Εκεί αφού εξετέθηκαν σε ευλαβικό προσκύνημα, εναποτέθηκαν με σεβασμό στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Ιωάννου. 

Η μνήμη του Αγίου Νεομάρτυρα Γεωργίου του Κυπρίου εορτάζεται στις 23 Απριλίου.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...